Friday, May 25, 2018

Κύριε Ιησού Χριστέ Βασιλεύ, Υιέ της Αγάπης του Θεού, και Θεέ υπεράγαθε ( Γεννάδιος Σχολάριος )

Κύριε Ιησού Χριστέ Βασιλεύ, Υιέ της Αγάπης του Θεού, και Θεέ υπεράγαθε

Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ… 
προσκυνῶ σέ τοίνυν τόν ἐμόν δημιουργόν καί Πατέρα σύν τῷ ἀνάρχω Σου Πατρί καί τῷ ζωοποιῶ Σου Πνεύματι.

Κλίνω γόνυ καρδίας καί σώματος μετά φρίκης καί τρόμου σοί τῷ πανταδυνάμω καί φοβερῶ καί ὑπεραγάθω Δεσπότη μου. Ευχαριστώ ὑπέρ πάντων ὧν ἐποίησας καί ποιεῖς εἰς ἐμέ τή χειρί Σου μέ ἐπλασας. Τω ἐμφυσήματί Σου μέ ἐζώωσας∙ τή προνοία Σου ἐξέθρεψας τή χάριτί Σου τήν ἀληθῆ πίστιν ἐγνώρισας. Τοῖς μυστηρίοις τῆς Ἱερᾶς Σου Ἐκκλησίας ἐπαιδαγώγησας ἐκόσμησας μέ καί τοῖς προσκαίροις τούτοις ἀγαθοῖς τῆς ἀνθρώπινης εὐημερίας κινδύνων ἀπήλλαξας νόσων ἐξήγειρας. Πρός τό συμφέρον ἀοράτως ὠδήγησας κυβερνᾶς καί περιθάλπεις ὡς νοσσίον Σου καί ὡς ποίημα τῆς ἀγάπης Σου.

Ἀλλά τί καί τολμῶ διηγεῖσθαι τάς εὐεργεσίας Σου; πέλαγος ἐστιν ἀνεξάντλητον βυθός ἀκατάληπτος∙ ὕψος ἀόρατον οὐ φθάνω εὐχαριστῆσαι διά τά προγεγενημένα καί καταλαμβάνει μέ ὁρμαθός εὐεργεσιῶν καινοτέρων, ὥστε καί αὐτό τό δύνασθαι μέ εὐχαριστεῖν πηλίκον δῶρον ἐστίν.

Ὤ τῆς ἐμῆς ταπεινότητος! Ὤ τῆς σῆς ἀγαθότητος!

ὅτι ὅ μόνον ἔχω ἀντί πάντων προσφέρειν σοί, εὐχαριστίαν καί ὕμνον, καί τοῦτο σόν ἐστι δῶρον.

Ὤ τῆς ὑπερβαλλούσης ἀγάπης Σου!

Ὅτι πάντα μου ἐξέχεας τόν πλοῦτον τῶν ἀγαθῶν Σου. Μίαν εἶδα γνησίαν εὐχαριστίαν, τήν ἐκπλήρωσιν τῶν θελημάτων Σου ἀλλ’ ἐάν μέν ἤ τό πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δέ σάρξ ἀσθενής, σύ τοῦτο, Κύριε, εἴπας ἤ δέ προθυμία πάλιν τοῦ πνεύματος ἐκ τῶν πρόσκαιρων σβέννυται λογισμῶν.

Ἀλλά σύ, Κύριε, δυνατός εἰ μόνος καί τήν προαίρεσιν ἀνάψαι καί τήν σάρκα ἐνδυναμῶσαι∙ ὄντως εὐχαριστήσω γνησίως, ἐάν συναφθῆ μου ἡ βούλησις τῷ θελήματί μου, καί ἐάν ὅλη μου ἡ καρδία προσκολληθῆ τή ἀγάπη Σου. Ναί, οὕτως ἀξίωσον μέ, Χριστέ Βασιλεῦ, Υἱέ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καί Θεέ ὑπεράγαθε.

Γεννάδιος Σχολάριος

Tuesday, May 22, 2018

Όχι πολλά λόγια στα παιδιά. ( Άγιος Πορφύριος )

Οι μητέρες ξέρουν να αγχώνονται, να συμβουλεύουν, να λένε πολλά, αλλά δεν έμαθαν να προσεύχονται.
Οι πολλές συμβουλές και υποδείξεις κάνουν πολύ κακό.
Όχι πολλά λόγια στα παιδιά.
Τα λόγια χτυπάνε στ’ αυτιά,
ενώ η προσευχή πηγαίνει στην καρδιά.

Άγιος Πορφύριος

Saturday, May 19, 2018

Όταν θα έχουμε την ένωση με το Θεό, όλα τα πράγματα θα είναι γαλήνια μέσα μας ( Γερόντισσα Μακρίνα )


Αν αγαπήσουμε το Χριστό και δώσουμε την καρδιά μας σ' Εκείνον θα μας τα δώσει όλα δωρεάν... Δεν ζουν οι άνθρωποι μόνο με την τροφή, αλλά και με τη χάρη του Θεού. Η εγκράτεια και η προσευχή μάς κάνει πολύ καλό· και όταν αφήσει κανείς τον εαυτό του στο Θεό ολοκληρωτικά, ο Θεός τον ταΐζει, τον ποτίζει, το Θεό γεύεται και πολλά ουράνια μεγαλεία του Θεού αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου... 
Ο Χριστός θέλει όλη την αγάπη μας να την δώσουμε σ' Εκείνον και ύστερα Αυτός δωρίζει τα θεία Του δώρα... Όταν θα έχουμε την ένωση με το Θεό, όλα τα πράγματα θα είναι γαλήνια μέσα μας.

Γερόντισσα Μακρίνα

Wednesday, May 16, 2018

Φοβερός πόλεμος με δαιμόνια υπερηφανείας ( Γεροντικό )

 
Φοβερός πόλεμος με δαιμόνια υπερηφανείας

Από το βιβλίο «Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση»

Διηγήθηκε Γέρων: «Κάποτε ήρθαν και με προσκύνησαν τα δαιμόνια, ενώ έψελνα το Χερουβικό και είχα φθάσει στο "καί τῇ ζωοποιῷ Τριάδι". Έρχονται λοιπόν πέντε δαίμονες, ένας μεγάλος αξιωματικός με πηλίκιο και κάτι σήματα δαιμονικά, γαλόνια και κέρατα που έβγαιναν δίπλα απ’ το πηλίκιο, και τέσσερις μικροί μαλλιαροί, και πέφτουν στα γόνατα μπροστά μου. Ο μεσαίος, ο αξιωματικός, είχε το ένα πόδι γονατιστό και το άλλο μισολυγισμένο όπως οι καθολικοί και μου λέε: "Είσαι σπουδαίος ψάλτης! Είσαι θαυμάσιος! Είσαι άφθαστος!". Είχε το κεφάλι ψηλά, ενώ οι άλλοι τέσσερις είχαν το κεφάλι κάτω. Εγώ μονολόγησα: "Τα δαιμόνια θα μου πάρουν το μυαλό. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Κύριον τον Θεόν μας προσκυνήσωμεν και Αυτώ μόνω λατρεύσωμεν". Αμέσως έγιναν άφαντοι. Αυτά εν ριπή οφθαλμού. Εγώ αγρίεψα μέσα μου. Σκέφθηκα: "Αυτός που δεν δέχεται να προσκυνήση τον Θεό και να πη ελέησον με ο Θεός, ήρθε να προσκυνήση εμένα να με κάνη συμμέτοχο στην υπερηφάνειά του; Αγρίεψα και άρχισα να λέω το "Τριάδι" του Παπανικολάου. Μόλις τελείωσα, μου λένε οι πατέρες: "Τι Τριάδι ήταν αυτό! Πανηγύρι μας έφερες". "Ε, λέω, καμμιά φορά μας πιάνουν και τα μεράκια".

»Μετά την τράπεζα συναντώ στην αυλή ένα μοναχό αγιορείτη, όχι του Μοναστηριού, που ήταν παρών στην Λειτουργία. Τον χαιρέτισα και μου λέει:

― Βρε, τι ήταν αυτό σήμερα! Τι ωραία ψαλμωδία! Μας ανέβασες στον ουρανό. Νιώσαμε κατάνυξη.

― Όχι εγώ, ο πατήρ τάδε, του είπα.

― Ποιος πατήρ τάδε. Εσύ, η δική σου φωνή, και μου είπε και διάφορα επαινετικά λόγια.

»Τον βάζω μετάνοια και πάω να φύγω. Έρχεται ο σατανάς δίπλα μου· τον έβλεπα και μου λέει: "Όταν σου λέω εγώ να ακούς. Είσαι άφθαστος, εσύ έπρεπε να πάρεις δίπλωμα έξω και να είσαι δάσκαλος".

»"Πίσω μου δαίμονα", λέω. Τι ήθελα να ‘ρθώ από δω να συναντήσω τον μοναχό να ακούσω όλα αυτά.

»Βγήκα έξω και κίνησα για τον κήπο. Ο διάβολος από κοντά μου. Ενώ έβλεπα, βάδιζα, δεν ξέρω πώς, πήρε το πνεύμα μου ο σατανάς και με ανέβασε ψηλά, πολύ ψηλά και έβλεπα τον κόσμο σαν μυρμήγκια κάτω.

― Εσύ δεν είσαι τυχαίος, μου έλεγε ο σατανάς, εσύ δεν ξέρεις τι κουβαλάς.

― Τι κουβαλάω, βρε σατανά, ό,τι κουβαλάς και συ κουβαλώ κι εγώ. Φύγε από κοντά μου. "Θεέ μου, βοήθησέ με". Τι είναι αυτό σήμερα. Θα μου πάρει τα μυαλά ο σατανάς. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".

»Άρχισα να φουσκώνω από υπερηφάνεια, αλλά είχα και λίγο επίγνωση και είπα: "Θεέ μου, δεν θέλω τέτοιες επάρσεις".

»Μπαίνω στον κήπο, αυτός από κοντά. Αυτός τα δικά του, εγώ τα δικά μου. Δεν υπάρχει χειρότερο δαιμόνιο από το δαιμόνιο της υπερηφανείας. Προχώρησα πιο μέσα στον κήπο, μήπως και φύγη. Τίποτα. "Πάει", είπα, "θα δαιμονισθώ". Τότε έπεσα στα γόνατα με το ράσο που φορούσα στην Εκκλησία, και έκλεγα. Δεν έδινα σημασία τι μου έλεγε ο σατανάς, εγώ τα δικά μου. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", δύο-δυόμισι ώρες είχα μέσα στον ήλιο. "Δεν θέλω", έλεγα, "τέτοιες επάρσεις, τέτοιους λογισμούς. Εγώ θέλω, Χριστέ μου, να σε προσκυνώ πάνω στον Σταυρό. Εγώ είμαι ένας αμαρτωλός και τίποτα παραπάνω". Αυτός έλεγε τα δικά του. Μούσκεψε το χώμα από τα δάκρυα, σαν να είχε τρέξει βρύση. Κάποια στιγμή έφυγε εκείνο το νέφος και ο σατανάς μαζί. Κατάλαβα ότι προσγειώθηκα. Ένιωσα την ανάγκη να προσκυνήσω τα πόδια του Εσταυρωμένου. Σηκώθηκα, ευχαρίστησα τον Κύριό μας και την Παναγία, έβαλα λίγες μετάνοιες και έφυγα κλαίγοντας.

»Έπειτα σκέφθηκα ότι, για να έρθουν να με πειράξουν τα δαιμόνια τόσες φορές, κάτι βρήκαν μέσα μου. Φαίνεται ότι "λάγκευα"1 προς τον εγωισμό. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και ταπείνωση».


https://www.impantokratoros.gr/polemos-yperhfanias.el.aspx

Thursday, May 10, 2018

Πνευματικός άνθρωπος δεν είναι ο ηθικός, αλλά ο αγαπών.....


Ο Γέροντας Ντόμπρη (Dobri Dobrev)


Πολλές φορές ακούτε από το στόμα των ιερέων να ομιλούν για πνευματική προκοπή, ή να λένε: «Να προσπαθήσουμε να γίνουμε πνευματικοί άνθρωποι..». Όμως τι σημαίνει τελικά πνευματική προκοπή, τι σημαίνει πνευματικότητα; Μήπως τα έχουμε παρεξηγήσει μέσα στο μυαλό μας;
Όταν οι πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για πνευματικότητα δεν ομιλούν περί ηθικής. Η Εκκλησία αδελφοί μου μας προσφέρει πνευματικότητα, και όχι ηθική τελείωση. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι σίγουρα και ηθικός όμως ο ηθικός δεν συνεπάγεται και το πνευματικός...Το να είμαστε ηθικά καλοί αυτό μπορούμε και μόνοι μας να το πετύχουμε, όμως δεν είναι το ζητούμενο, δεν πρέπει να γίνει αυτοσκοπός, δεν αρκεί η ηθική από μόνη της ώστε να ελκύσουμε την χάρη του Θεού. Π.χ. όσο καθαρός κι αν είσαι, όσο εγκρατείς κι αν είσαι, όση αμόλυντη ζωή κι αν έχεις, εάν ζει εν παρθενία, όσο δίκαιος κι αν είσαι, με λίγα λόγια όλοι σε θεωρούν έναν ηθικό άνθρωπο, εάν δεν έχεις ταπείνωση τίποτα δεν κατάφερες..διότι «ο Κύριος ταπεινοίς δίδωσι χάριν».
Για να επανέλθουμε όμως. Λέμε λοιπόν ότι η Εκκλησία, μας προσφέρει πνευματικότητα. Τι είναι λοιπόν η πνευματικότητα; Μπορεί να μετρηθεί;
Η πνευματικότητα αδελφοί μου είναι κατάστασις όπου ο άνθρωπος έχει υπερβεί τον εγωισμό, την φιλαυτία του, έχει υπερβεί τα του κόσμου και πλέον εν ταπεινώση και μετανοία ζει για τον Χριστό ,δια του Χριστού.
Ζει δηλαδή όχι για να κτίσει ένα καλό όνομα στην κοινωνία, όχι για να γίνει διάσημος και προσφιλείς στους ανθρώπους λόγω της καθαρότητος του βίου του ή των ποικίλων αρετών του αλλά ζει για τον Χριστό, ζει για τους άλλους, ζει δια του Χριστού δηλαδή ζει μέσω του Χριστού, δια των μυστηρίων της Εκκλησίας και φτάνει στο σημείο να λέγει μαζί με τον απόστολο: «ζω δε ουκέτι εγώ ζει δε εν εμοί χριστός».
Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι αυτός που έχει κάνει σπουδές στην θύραθεν σοφία, δεν είναι ούτε ο ηθικός άνθρωπος, αλλά ο μυημένος στο μυστήριο της Αγάπης.
Εάν τολμούσα να ονόμαζα ποιος είναι ο πνευματικός άνθρωπος, θα έλεγα είναι ο άνθρωπος που αγαπά. Διότι το ατέλεστο τέλος που καλούμαστε όλοι μας να αγγίξουμε και να γίνουμε μέτοχοι είναι η Αγάπη εν Χριστώ, δηλαδή η άδολη αγάπη, η ανιδιοτελής αγάπη, η αγάπη που μπορεί να φτάσει στην θυσία του Σταυρού χωρίς να κρατήσει κακία μέσα της.
«Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις», είπε ένας γέροντας σε κάποιον μοναχό. Διότι εάν αγαπάς, όντως, θα σου είναι αδιανόητο να στεναχωρήσεις τον πλησίον σου, να τον αδικήσεις, να τον κατακρίνεις. Εάν αγαπάς θα σου είναι αδιανόητο να ησυχάσεις μέσα στην φιλαυτία σου, μέσα στο βόλεμά σου…θα καταληφθείς από μία «μακαρία μανία» όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος η οποία ακόμα και όταν το σώμα κουραστεί και αποκάμει από τους κόπους της ασκήσεως θα πραγματοποιηθεί σε σένα εκείνο το ψαλμικό: «Εγώ καθεύδω» από την ανάγκη της φύσεως, «η δε καρδία μου αγρυπνεί» από το πλήθος του έρωτος προς Σε.
Η Αγάπη λοιπόν είναι ο σκοπός της ζωής, διότι Αγάπη είναι ο Θεός. Ο άνθρωπος λοιπόν που σκοπό έχει την ένωσή του με τον Θεό (καθ'ομοίωσιν), είναι σαν να έχει σκοπό του την απόκτηση της Αγάπης.
Λέγει πάλι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Αυτός που θέλει να ομιλή για την αγάπη είναι σαν να επιχειρή να ομιλή για τον ίδιο τον Θεόν.
Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, είναι μέθη της ψυχής. Ως προς δε τις ιδιότητές της, είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως».
Να λοιπόν γιατί τόλμησα να πω ότι τελικά πνευματικός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αγαπά, που έχει αγάπη όχι για τους φίλους και τους οικείους τους, όχι μόνο για τους ανθρώπους αλλά για όλη την κτίση!
Αγαπητοί μου αδελφοί, όλα αυτά τα αναφέρουμε, όχι για να μικροψυχήσουμε και να προσπαθήσουμε μονομιάς και απότομα να κατακτήσουμε τα κράσπεδα του Ουρανού, διότι μπορεί στην πορεία να απογοητευτούμε. Γι΄αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε το εξής: «Ότι όπως δεν είναι δυνατόν αυτός που πέρασε μακροχρόνια ασθένεια να ανακτήσει την υγεία του μέσα σε μία στιγμή, έτσι δεν είναι δυνατόν να νικήσουμε διά μιας τα πάθη μας ή ακόμα και ένα πάθος μας» (Άγ. Ιων.Κλιμακος).
Θέλει επιμονή, θέλει υπομονή, θέλει προσευχή, προσοχή, ταπείνωση και μετάνοια. Θέλει όμως και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κατορθώσει πολλά πράγματα στην ζωή του όμως την αγιότητα δεν μπορεί να την κατορθώσει μακράν των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Διότι η Εκκλησία είναι ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός, άρα λοιπόν μακράν της Εκκλησίας, είμαστε μακράν του Χριστού, κι ας υποστηρίζουν κάποιοι ότι πιστεύουν στον Χριστό, απορρίπτοντας την Εκκλησία Του, διότι όποιος απορρίπτει την Ορθόδοξη Εκκλησία, απορρίπτει τον Χριστό και πλέον μακράν του Χριστού είναι μακράν του Φωτός, της Αλήθειας, της Αγάπης και της Αιωνίου Ζωής.
Και μην πει κάποιος ότι: «εμείς δεν ποθούμε να γίνουμε άγιοι», διότι όποιος έστω και ενδόμυχα απορρίπτει συνειδητά την αγιότητα, απορρίπτει τον σκοπό της δημιουργίας του.
Όλοι μας αδελφοί μου πλαστήκαμε κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού, δηλαδή, δημιουργηθήκαμε ελεύθεροι με νου, κρίση και λογική ώστε να μεταμορφωθούμε από χοϊκούς ανθρώπους σε κατά χάριν θεανθρώπους, σε αγίους, σε όντα που ζουν μαζί με τον Θεό αρμονικά μέσα σε αιώνια ευφροσύνη. Εάν λοιπόν δεν θέλουμε ένα τέτοιο μέλλον…είμαστε άξιοι των επιλογών μας.
Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Κλίμακος του Αγίου Ιωάννου στο οποίο ο Άγιος μας δείχνει τον δρόμο από την γη των παθών προς τον Ουρανό της Αγάπης.
Λέγει ο Άγιος: «Η ελάττωσις του κακού γεννά την αποχή από το κακό. Η αποχή από το κακό είναι η αρχή της μετανοίας. Η αρχή της μετανοίας είναι η αρχή της σωτηρίας. Η αρχή της σωτηρίας είναι η καλή πρόθεσις. Η καλή πρόθεσις γεννά τους κόπους. Αρχή των κόπων είναι οι αρετές. Η αρχή των αρετών είναι το άνθος (της πνευματικής ζωής). Το άνθος της αρετής είναι η αρχή της (πνευματικής) εργασίας. Η (πνευματική) εργασία είναι τέκνο της αρετής∙ και αυτής τέκνο η συνέχισις και η συχνότης της εργασίας. Καρπός και τέκνο της συνεχούς και επιμελούς εργασίας είναι η έξις, (η μόνιμη δηλαδή συνήθεια). Και τέκνο της έξεως είναι η ποίωσις , (να γίνη δηλαδή η αρετή ένα με την ψυχή, φυσική κατάστασίς της).
Η ποίωσις στο καλό γεννά τον φόβο (του Θεού) και την ευλάβεια. Ο φόβος γεννά την τήρησι των εντολών – είτε των επουρανίων είτε των επιγείων. Η τήρησις των εντολών είναι απόδειξις της αγάπης (προς τον Θεόν και τον πλησίον). Αρχή της αγάπης είναι το πλήθος της ταπεινώσεως. Το πλήθος δε της ταπεινώσεως είναι θυγατέρα της απαθείας. Και η απόκτησις της απαθείας είναι η πληρότης της αγάπης, δηλαδή η πλήρης κατοίκησις του Θεού σε όσους έγιναν με την απάθεια «καθαροί τη καρδία…ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Η πνευματική ζωή είναι η ζωή της συγχωρετικότητος και της αγάπης. Εάν δεν συν-χωρούμε και δεν αγαπούμε…μην πλανόμεθα, δεν ζούμε πνευματική ζωή όσο και "ηθικά αμόλυντοι" κι ας είμαστε, διότι "Ο αγαπών εκ του Θεού γεγένηται και γιγνώσκει τον Θεόν".


Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Tuesday, May 8, 2018

Οι επτά σωματικές πράξεις της Μετάνοιας ! ( Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού )


Στην πρακτική των Πατέρων, που αναλύουμε αναφέρονται επτά σωματικές πράξεις στις οποίες στηρίζονται οι τρόποι και τα έργα της μετάνοιας.
Ως πρώτη πράξη στη μετάνοια οι Πατέρες τοποθετούν την ησυχία. 
Είναι η απερίσπαστη διαγωγή. Η απομάκρυνση από τα αίτια, που δημιουργούν τις αφορμές της πτώσης και της ήττας, ειδικά σε όσους είναι ασθενείς χαρακτήρες, αλλά και από αυτόν τον "ὡς λέοντα περιπατοῡντα καί ζητοῡντα νά μάς καταπιή" (' Πέτρ. ε' 8). Με την ησυχία απέχει ο αγωνιστής από τη μάταιη και άσκοπη μέριμνα και του επιτρέπεται αν θέλει να στρέψει τη σκέψη και ασχολία του προς το Θεό, απ΄όπου φωτιζόμενος από τη θεία Χάρη ανακαλύπτει τον εαυτό του, που είναι απαραίτητο καθήκον.
 Δεύτερη πράξη θεωρείται η νηστεία.  
Με αυτήν καταβάλλεται και δεσμεύεται ένας από τους γίγαντες της διαστροφής - η γαστριμαργία - ο ακαταγώνιστος σύμμαχος της φύσης και του διαβόλου. Με αυτήν αιχμαλωτίζει ο τελευταίος τα πλείστα των θυμάτων του. Το πόσο απαραίτητη είναι αυτή η πράξη το απέδειξε ο Κύριος μας, όταν ανέλαβε με την παρουσία του την ανάπλασή μας, μετά το θείο βάπτισμα στον Ιορδάνη. Ποιος τώρα μπορεί να αμφισβητήσει το βάθρο αυτό της μετανοίας, της ανάπλασης, της ανάστασης, της σωτηρίας; Εάν ο αναμάρτητος και απαθής νηστεύει - και μάλιστα παρατεταμένα - ποιος θα προφασιστεί αδυναμία ή άρνηση; Αφήνω και την άσκηση της δίψας που οι έμπειροι της εγκρατείας προβάλλουν ως άριστο άθλημα κατά των παράλογων ορέξεων. 
Την αγρυπνία, ως τρίτη πράξη, συνιστούν οι Πατέρες. 
Είναι το αποτελεσματικότερο μέσο φωτισμού του νου και γεννήτρια της προσευχής. Ο κόρος της υπνηλίας υποβιβάζει άμεσα τη διαύγεια του νου. Μειώνεται η διανοητική ικανότητα της λογικής φύσης να συγκρίνει, διακρίνει, επιλέξει και εφαρμόσει όσα η νόμιμη άσκηση απαιτεί. Η αγρυπνία, ως μέσο της φίλης των Πατέρων μας φιλοπονίας, πάντοτε προηγείτο στους ασκητικούς αγώνες. Και είναι γνωστή η υπερβολική άσκηση των Πατέρων στην αγρυπνία. Επέμεναν στα πολλαπλά οφέλη αυτής της αρετής, επειδή συντελούσε άριστα στη διανοητική εργασία από την οποία εξαρτώνται όλα εφ΄όσον "νοῡς ορᾶ καί νοῦς ακούει" και εκλέγει και εκτελεί.
 Τέταρτη και πέμπτη πράξη τοποθετούν οι Πατέρες την προσευχή και την ψαλμωδία. 
Πράγματι διαιρούσαν την εργασία της προσευχής σε δύο τρόπους, που επικρατούν στην τόσο σημαντική αυτή παναρετή. Στο όνομα της προσευχής χάραξαν την έννοια της εσωστρέφειας και ειδικά της "κατά μόνας" προς το Θεό συνομιλίας. Εκεί ο καθένας επιρρίπτει τον εαυτό του μπροστά στη θεία ευσπλαχνία και αγαθότητα και με επίμονη εξομολόγηση, δέηση, ικεσία, παράκληση ή και ευχαριστία αναφέρει τον πόνο και τον πόθο του προς "τόν δυνάμενον σῴζειν" Χριστό, το Θεό μας. Η ψ α λ μ ω δ ί α χρησιμοποιείται στις ομαδικές συναθροίσεις των πιστών. Με την υμνολογία επιτελείται εορταστικότερα η κοινή προσευχή και αυτό είναι περισσότερο αποδεκτό και εφαρμόσιμο από το λαό. 
Έκτη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την ανάγνωση και μελέτη λόγων και παραγγελμάτων που μας κατευθύνουν στην εν Χριστώ πνευματική μας ζωή. 
 Ο λόγος τους Κυρίου μας "ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου" αυτό σημαίνει: Να μάθει και να κατανοήσει τις εντολές μου το θέλημά μου και μετά να γίνει τηρητής (τηρών αυτάς). Και αυτός "ἐστιν ό ἀγαπῶν με". Στο Μωσαϊκό νόμο απαιτητικότερα διέταζε ο Θεός τη μελέτη του θελήματός του και την ενασχόληση με αυτό για να μη παραλείπεται, ως καθήκον, η ακριβής τήρηση και εφαρμογή του. "Ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καί νυκτός" (Ψαλμ α' 2). Μια από τις σπουδαιότερες φροντίδες αυτού που θέλει να απαλλαγεί από τη λύσσα του "ὠρυομένου ὡς λέοντος" εναντίον μας, κατά τον Παύλο, είναι το να "μή ἀγνοώμεν τά νοήματα αὐτοῦ" (πρβλ Β' Πετρ. α' 21). Επειδή οι φίλοι και δούλοι του Θεού «οὐκ ἰδίῳ θελήματι ἀλλά Πνεύματι Ἁγίῳ φερόμενοι ἐλάλησαν καί ἔγραψαν» (πρβλ Β' Πετρ. α' 21), είναι πλέον καθήκον η μελέτη και έρευνα των λόγων και των συγγραφών τους προς πλήρη διαφώτιση και μάθηση του αόρατου πολέμου που ασίγαστα διεξάγουμε. 
Έβδομη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την
 επερώτηση των εμπείρων για κάθε λόγο και πράξη. 
Με αυτόν τον τρόπο επισφραγίζεται το ταπεινό φρόνημα. Απουσιάζει ή αυταρέσκεια και η απειρία. "Τοῖς ταπεινοῖς" δίνει ο Κύριος το φωτισμό και τη Χάρη του. Το τέλος όλης αυτής της προσπάθειας και ετοιμασίας είναι η υπομονή, ώστε "μήτε θαρρεῖν, μήτε ἀπογιγνώσκειν" απ' όσα συνήθως συμβαίνουν είτε χαροποιά είτε επίπονα.
Απόσπασμα από το βιβλίο "Άσκηση' του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού 

Saturday, May 5, 2018

Η ευσπλαχνία του Θεού είναι σαν ένα πέλαγος μεγάλο.... ( Γερόντισσα Μακρίνα )

Ο Χριστός μας έχει τόση πολλή αγάπη και ευσπλαχνία που ο δικός μας νους δεν μπορεί να το χωρέσει. Οι Πατέρες όλα μπορούσαν να τ' αντέξουν, όταν όμως ένιωθαν την ευσπλαχνία του Θεού, έλιωναν σαν κεράκι. 
Η ευσπλαχνία του Θεού είναι σαν ένα πέλαγος μεγάλο, όπως βλέπεις την θάλασσα, που ούτε αρχή ούτε άκρη έχει ούτε τέλος...


Γερόντισσα Μακρίνα

Wednesday, May 2, 2018

Ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν ξεπλένει την αμαρτία του σχίσματος στην Εκκλησία! ( Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )



Ἕνα συγκλονιστικὸ κείμενο - μνημεῖο! (Ὁμιλία ΙΑ στὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή) Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἀπολαμβάνωμεν τὸ Πνεῦμα τὸ ὅποιον ἔρχεται ἀπὸ τὴν κεφαλήν, ἂς εἴμεθα στενὰ συνδεδεμένοι μεταξύ μᾶς.

Διότι δύο τρόποι ἀποκοπῆς ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν· ὁ ἕνας, ὅταν ψυχράνωμεν τὴν ἀγάπην, ὁ δεύτερος δέ, ὅταν τολμήσωμεν πράγματα ποὺ εἶναι ἀνάξια νὰ γίνωνται εἰς ἐκεῖνο τὸ σῶμα, διότι καὶ μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς τρόπους χωρίζομεν τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν δὲ ἐμεῖς, ποὺ ἔχομεν ταχθῆ νὰ οἰκοδομῶμεν καὶ ἄλλους εἰς αὐτό, πρῶτοι γινώμεθα ἐμεῖς αἴτιοι διὰ ν’ ἀποσχίζωνται ἀπὸ αὐτήν, τί δὲν θὰ πάθωμεν;

Τίποτε δὲν θὰ ἠμπορέση νὰ διαιρέση τόσον εὔκολα τὴν Ἐκκλησίαν, ὅσον ἡ φιλαρχία, τίποτε δὲν παροξύνει τόσον τὸν Θεόν, ὅσον τὸ νὰ διαιρεθῆ ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἔχωμεν πράξει ἄπειρα καλά, δὲν θὰ καταδικασθῶμεν ὀλιγώτερον ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι διεμέλισαν τὸ σῶμα του, ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι διαιροῦμεν τὸ ἐκκλησιαστικὸν πλήρωμα.

Διότι ἐκεῖνο μὲν ἔγινε πρὸς ὄφελος τῆς οἰκουμένης, ἂν καὶ δὲν τὸ ἔκαναν ἀπὸ αὐτὸν τὸν σκοπόν, αὐτὸ ὅμως εἰς τίποτε πουθενὰ δὲν χρησιμεύει, ἀλλ’ εἶναι μεγάλη ἡ βλάβη.

Αὐτὰ δὲν λέγονται μόνον πρὸς τοὺς ἄρχοντας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἀρχομένους.

Κάποιος δὲ ἅγιος ἄνδρας εἶπε κάτι τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι εἶναι τολμηρόν, πλὴν ὅμως τὸ εἶπε. Ποιὸ εἶναι δὲ αὐτό; Οὔτε τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου ἠμπορεῖ νὰ...
ἐξαλείψη αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν.

Διότι, εἰπέ μοῦ, διατὶ μαρτυρεῖς; δὲν τὸ κάνεις αὐτὸ διὰ τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ; Σὺ λοιπὸν ὁ ὁποῖος θυσιάζεις τὴν ζωήν σου ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, πῶς ἐξολοθρεύεις τὴν Ἐκκλησίαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πρῶτος ἐθυσιάσθη ὁ Χριστός;

Ἄκουσε τὸν Παῦλον ὁ ὁποῖος λέγει: «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι ἀπόστολος, διότι κατεδίωξα τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ». Δὲν εἶναι μικρὰ αὐτὴ ἡ βλάβη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἀλλὰ πολὺ μεγάλη. Διότι ἐκείνη μὲν ἀναδεικνύει αὐτὴν καὶ λαμπροτέραν, ἐνῶ αὐτὴ καταισχύνει αὐτὴν καὶ ἐνώπιον τῶν ἐχθρῶν της, ὅταν δηλαδὴ πολεμῆται ὑπὸ τὰ ἴδια τὰ τέκνα της. Διότι εἶναι μεγάλη ἀπόδειξις ἀπάτης τὸ νὰ μεταβάλλωνται ἔξαφνα καὶ νὰ διάκεινται ὡς ἐχθροὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν καὶ ἀνετράφησαν μέσα εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἔχουν γνωρίσει μὲ ἀκρίβειαν τὰ ἀπόρρητά τῆς πίστεως.

Αὐτὰ δὶ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μὲ ἀδιαφορίαν ἀκλουθοῦν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαιροῦν τὴν Ἐκκλησίαν. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἔχουν ἀντίθετον πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν πίστιν, καὶ δὶ’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκείνους ν’ ἀναμιγνύωνται, ἐὰν ὅμως ἔχουν τὴν ἰδίαν πίστιν, τότε πολὺ περισσότερον δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωνται. Διατὶ ἄραγε; Διότι ἡ νόσος προέρχεται ἀπὸ φιλαρχίαν.

Δὲν γνωρίζετε τί ἐπαθον οἱ περὶ τοὺς Κορὲ καὶ Δαθᾶν καὶ Ἀβειρῶν; καὶ μήπως μόνον αὐτοὶ καὶ ὄχι καὶ οἱ μετὰ ἀπὸ αὐτούς;

Τί λέγεις; Ἡ ἴδια πίστις εἶναι, ὀρθόδοξοι εἶναι καὶ ἐκεῖνοι. Διατὶ λοιπὸν δὲν εἶναι μαζὶ μὲ ἐμᾶς; «Ἕνας Κύριος, μία πίστις, ἕνα βάπτισμα». Ἐὰν δὲ αὐτὰ ποὺ κάνουν αὐτοὶ εἶναι ὀρθά, τότε τὰ ἰδικὰ μας εἶναι λανθασμένα, ἐὰν δὲ τὰ ἰδικὰ μας εἶναι ὀρθά, τότε τὰ ἰδικὰ των εἶναι λανθασμένα. «Ὥστε νὰ μὴ εἴμεθα πλέον νήπιοι, κλονιζόμενοι καὶ παρασυρόμενοι ἀπὸ κάθε ἄνεμον διδασκαλίας».

Εἰπέ μοῦ, νομίζεις ὅτι ἀρκεῖ αὐτό, τὸ νὰ λέγης δηλαδὴ ὅτι εἶναι ὀρθόδοξοι; τὰ δὲ τῆς χειροτονίας ἔφυγαν καὶ ἐχάθησαν; Καὶ ποιὸν τὸ ὄφελος ἐὰν αὐτὴ δὲν ἔγινε κατὰ τρόπον κανονικόν; Ὅπως ἀκριβῶς λοιπὸν διὰ τὴν πίστιν, ἔτσι πρέπει νὰ ἀγωνιζώμεθα καὶ δὶ’ αὐτήν. Διότι, ἐὰν εἰς τὸν καθένα εἶναι δυνατὸν νὰ χειροτονῆ, ὅπως οἱ παλαιοί, καὶ ἔτσι νὰ γίνωνται ἱερεῖς, ἂς γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι εἰς μάτην ἔχει οἰκοδομηθῆ αὐτὸ τὸ θυσιαστήριον, εἰς μάτην τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἱερέων, ἂς τὰ καταργήσωμεν αὐτὰ καὶ ἂς τὰ καταστρέψωμεν.

Μὴ γένοιτο, λέγει. Σεῖς τὰ κάνετε αὐτὰ καὶ λέγετε μὴ γένοιτο; Πῶς λέγεις, μὴ γένοιτο, τὴν στιγμὴν πού ἔχουν γίνει ἤδη; Ἐγὼ τὸ λέγω καὶ τὸ ἐπιβεβαιώνω ἀποσκοπῶν ὄχι εἰς ἰδικόν μου συμφέρον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἰδικὴν σας σωτηρίαν, ἐὰν δὲ κάποιος ἀδιαφορῆ, αὐτὸς θὰ κριθῆ, ἐὰν δὲ αὐτὰ δὲν ἐνδιαφέρουν εἰς κάποιον, ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἐνδιαφέρουν. «Ἐγὼ ἐφύτευσα», λέγει, «ὁ Ἀπολλῶς ἐπότισεν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ἔδιδε τὴν αὔξησιν».

Πῶς θὰ ὑποφέρωμεν τὴν εἰρωνείαν καὶ τὸν γέλωτα τῶν εἰδωλολατρῶν; Διότι ἐὰν μᾶς κατηγοροῦν διὰ τὰς αἱρέσεις, τί θὰ εἴπουν δὶ’ αὐτά; Ἐὰν ἡ αὐτὴ πίστις ὑπάρχη παντοῦ, ἐὰν τὰ ἴδια μυστήρια, διατὶ νὰ ἐπιπηδᾶ εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν κάποιος ἄλλος ἐπίσκοπος; Βλέπετε, λέγει, ὅτι ὅλα τὰ τῶν Χριστιανῶν ἔχουν γεμίσει ἀπὸ κενοδοξίαν; Καὶ ὅτι ὑπάρχει εἰς αὐτοὺς φιλαρχία καὶ ἀπάτη; Ἀπογύμνωσέ τους ἀπὸ τὸ πλῆθος, λέγει, καὶ δὲν θὰ εἶναι τίποτε. Κτύπησε καὶ ἐξολόθρευσε τὴν νόσον, ἡ ὁποία διαφθείρει τὸν ὄχλον.

5. Θέλετε νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ ὁποία λέγουν διὰ τὴν πόλιν μας; μὲ πόσην εὐκολίαν ἠμποροῦν νὰ μᾶς κατηγοροῦν; Εἶναι δυνατόν, λέγει, εἰς ὅποιον θέλει νὰ εὔρη ὀπαδοὺς καὶ δὲν θὰ λείψουν ποτὲ αὐτοί. Ώ, πόσον ἀξιογέλαστον πράγμα! πόσης ἐντροπῆς ἄξια εἶναι αὐτά; Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλο εἶναι ἀξιογέλαστον καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἐντροπή. Ἂν μερικοὶ ἀπὸ ἐμᾶς κυριευθέντες ἀπὸ τὰ πιὸ φοβερὰ πράγματα, πρόκειται νὰ ὑποστοῦν κάποιο ἐπιτίμιον, εἶναι πολὺς ὁ τρόμος καὶ ὁ φόβος παντοῦ μήπως κανεὶς ἀποσκιρτήση, λέγει, μήπως ἀποστατήση εἰς ἐκείνους. Χιλιάδες φορὲς εἶναι προτιμώτερον ν’ ἀποσκιρτήση αὐτὸς ὁ ὁποῖος εἶναι τέτοιος, καὶ νὰ εἶναι μαζὶ μὲ ἐκείνους, δὲν λέγω δὶ’ ὅσους ἔχουν πλανηθῆ, ἀλλ’ ἐὰν κάποιος χωρὶς νὰ παρασυρθῆ εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ θέλει νὰ προσχωρήση εἰς τοὺς αἱρετικούς, ἂς τὰ κάνη. Διότι πονῶ βέβαια καὶ θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι καὶ καίγονται τὰ σπλάχνα μου, ὡσὰν νὰ στεροῦμαι ἰδικόν μου μέλος, ὅμως δὲν πονῶ τόσον, ὅσον φοβοῦμαι μήπως ἀναγκασθῶ ἀπὸ αὐτὸ νὰ κάνω τίποτε ποὺ δὲν πρέπει.

Δὲν εἴμεθα κυρίαρχοί της πίστεώς μας, ἀγαπητοί, οὔτε παραγγέλλομεν αὐτὰ κατὰ τρόπον δεσποτικόν, ἔχομεν ὁρισθῆ διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ λόγου καὶ ὄχι διὰ ἐξουσίαν οὔτε διὰ δεσποτισμόν, ἔχομεν θέσιν συμβούλων, οἱ ὅποιοι συμβουλεύουν. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμβουλεύει λέγει τὴν γνώμην του, χωρὶς νὰ ἐξαναγκάζη τὸν ἀκροατήν, ἀλλ’ ἀφήνει αὐτὸν ἐλεύθερον νὰ προτιμήση τὰ λεγάμενα, εἰς τοῦτο μόνον εἶναι ὑπεύθυνος, ἂν δὲν εἴπη αὐτὰ τὰ ὁποία πρέπει νὰ διδάξη. Διὰ τοῦτο καὶ ἐμεῖς τὰ λέγομεν αὐτὰ καὶ τὰ διδάσκομεν, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς κανένα ἀπὸ σᾶς τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως νὰ εἴπη, 'Κανείς δὲν μᾶς εἶπεν τίποτε, κανεὶς δὲν μᾶς ἐσυμβούλευσε, δὲν τὰ ἐγνωρίζαμεν, ἐνομίζαμεν ὅτι εἶναι μηδαμινὸν τὸ ἁμάρτημα, εἶναι μικρότερον κακὸν ἀπὸ τὸ νὰ πέση εἰς αἵρεσιν. Εἰπέ μοῦ, ἐὰν κάποιος ὑπηρετεῖ ὑπὸ τὰς διαταγᾶς κάποιου βασιλέως, καὶ δὲν ἐπήγαινε μὲν μὲ τὸ μέρος ἄλλου, οὔτε προσεχώρει εἰς ἄλλον βασιλέα, ἀλλ’ ἔπαιρνε τὸ πορφυροῦν ἔνδυμά του καὶ τὸ ἐξήπλωνε καταγῆς, καὶ ὁλόκληρον διὰ περόνης τὸ ἐξέσχιζεν εἰς πολλὰ τεμάχια, ἄραγε θὰ ἐτιμωρεῖτο ὀλιγώτερον ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προσεχώρησαν εἰς ἄλλον; Τί δέ, ἐὰν μαζὶ μὲ αὐτό, τὸν ἴδιον τὸν βασιλέα, κρατῶν ἀπὸ τὸν λαιμόν, τὸν ἔσφαζε καὶ ἐξέσχιζεν εἰς κάθε μέλος τὸ σῶμα του, ποία καταδίκη θὰ ἦτο ἀξία τῶν ἔργων του; Ἐὰν δὲ κάμνων αὐτὰ εἰς τὸν βασιλέα ὁ ὁποῖος εἶναι συνδοῦλος, θὰ ἐτιμωρεῖσο μὲ τὴν πιὸ μεγάλην τιμωρίαν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σφάζει καὶ διαμελίζει τὸν Χριστόν, ποίας κολάσεως δὲν θὰ εἶναι ἄξιος; Ἄραγε αὐτῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἀπειλεῖται; Δὲν νομίζω, ἀλλὰ ἄλλης πολὺ πιὸ φοβερᾶς.

Νὰ τὸ εἰπῆτε αὐτὸ ὄσαι παρευρίσκεσθε — διότι κυρίως αἳ γυναῖκες ἔχουν αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα — νὰ διηγηθῆτε εἰς ὄσας ἀπουσιάζουν αὐτὸ τὸ παράδειγμα, νὰ τὰς φοβήσετε.

Ἐὰν μερικοὶ νομίζουν ὅτι μᾶς θλίβουν καὶ μᾶς ἐκδικοῦνται μὲ αὐτό, ἂς γνωρίζουν καλῶς, ὅτι ἄσκοπα τὰ κάνουν αὐτά. Διότι ἐὰν θέλης νὰ μᾶς ἐκδικηθῆς, ἐγώ σου δίδω τρόπον, μὲ τὸν ὅποιον θὰ ἠμπορέσης νὰ ἐκδικηθῆς χωρὶς νὰ ζημιωθῆς, μᾶλλον δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηκηθῆς χωρὶς νὰ βλαβῆς, ἀλλὰ μὲ μικροτέραν βλάβην, κτύπησε μέ, πτύσε μὲ δημοσίως ὅταν μὲ συναντήσης, πλήγωσε μέ. Φρίττεις εἰς τὴν ἀκοὴν αὐτῶν τῶν πραγμάτων; Ἐὰν φρίττης πού σου λέγω νὰ κτυπήσης ἐμένα, δὲν φρίττεις ὅταν κατασπαράσσης τὸν Κύριόν σου; τὰ μέλη τοῦ Κυρίου ξεσχίζεις καὶ δὲν τρέμεις; Οἰκία πατρικὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἕνα σῶμα καὶ ἕνα Πνεῦμα. Ἀλλὰ θέλεις νὰ μὲ πολεμήσης. Μέχρι ἐμένα σταμάτησε. Διατὶ ἀντὶ δὶ’ ἐμένα πολεμεῖς τὸν Χριστόν; μᾶλλον δὲ διατὶ κτυπᾶς ἐπάνω εἰς τὰς πληγᾶς του; Βέβαια εἰς καμμίαν περίπτωσιν δὲν εἶναι καλὴ ἡ ἐκδίκησις, ἀλλὰ τὸ νὰ ὑβρίζης ἄλλον ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος σὲ ἀδικεῖ εἶναι πολὺ χειρότερον.

Ἀπὸ ἐμᾶς ἠδικήθης; Διατὶ λυπεῖς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν σὲ ἠδίκησεν; αὐτὸ εἶναι δεῖγμα μεγίστης παραφροσύνης. Δὲν θὰ τὸ εἰπῶ εἰρωνευόμενος αὐτὸ τὸ ὅποιον πρόκειται νὰ εἴπω, οὔτε τυχαίως, ἀλλ’ ὅπως τὸ σκέπτομαι καὶ ὅπως τὸ αἰσθάνομαι. Διὰ τὸν καθένα ἀπὸ σᾶς οἱ ὁποῖοι θλίβεσθε ἀπὸ ἐμένα καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς λύπης βλάπτετε τοὺς ἑαυτούς σας καὶ πορεύεσθε ἀλλοῦ, θὰ ἤθελον νὰ πληγώσω τὸ πρόσωπόν μου ἢ καὶ νὰ ἀπογυμνώσω τὸ σῶμα μου διὰ νὰ βασανισθῆ διὰ ράβδου, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως μὲ κατηγορεῖτε, καὶ εἰς ἐμένα ἂς ἐπιτρέψη τὴν ὀργὴν νὰ πέση, παρὰ νὰ τολμοῦν αὐτὰ τὰ ὁποία τολμοῦν. Ἐὰν ἠμποροῦσε νὰ γίνη αὐτό, τίποτε δὲν θὰ ἦτο, τὸ νὰ πάσχη τέτοια ἕνας μηδαμινὸς καὶ ἀνάξιος λόγου ἄνθρωπος. Ἄλλωστε θὰ ἠμποροῦσα νὰ παρακαλέσω ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἠδικήθην καὶ ἐξυβρίσθην, τὸν Θεόν, καὶ θὰ συνεχώρει τὰς ἁμαρτίας σας, ὄχι διότι εἰσακούομαι τόσον πολὺ ὡς νὰ εἶμαι ἅγιος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἠδικημένος, ὅταν παρακαλῆ ὑπὲρ ἐκείνου ὁ ὁποῖος τὸν ἠδίκησεν, εἰσακούεται πολύ. «Ἂν ἁμαρτήση ἄνθρωπος ἐναντίον ἀνθρώπου», λέγει, «ὁ Θεὸς θὰ δεχθῆ μεσιτείαν δὶ’ αὐτόν». Ἐὰν δὲ δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὸ κάνω ἐγώ, θὰ ἠμποροῦσα νὰ ζητήσω καὶ νὰ παρακαλέσω ἁγίους ἀνθρώπους καὶ θὰ τὸ ἔκαμνον. Τώρα ὅμως ποῖον νὰ παρακαλέσωμεν, ἀφοῦ ὑβρίζομεν τὸν Θεόν;

Πρόσεχε ἀνωμαλίαν. Διότι ἀπὸ ὅσους ἀνήκουν εἰς αὐτὴν τὴν ἐκκλησίαν, ἄλλοι μὲν οὐδέποτε προσέρχονται ἢ μίαν φορὰν κατ’ ἔτος, καὶ τότε ὅπως τύχη, ἄλλοι δὲ τακτικώτερον μέν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ὅπως τύχη, ὁμιλοῦντες καὶ ἀστειευόμενοι διὰ τὸ τίποτε, ἄλλοι δέ, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ὅτι δῆθεν ἐνδιαφέρονται, αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν αὐτὴν τὴν συμφοράν. Ἐὰν λοιπὸν ἐνδιαφέρεσθε καὶ φροντίζετε δὶ’ αὐτά, καλύτερον νὰ ταχθῆτε καὶ σεῖς μαζὶ μὲ τοὺς ἀδιαφόρους, μᾶλλον δὲ τὸ καλύτερον εἶναι οὔτε ἐκεῖνοι νὰ εἶναι ἀμελεῖς, οὔτε σεῖς τέτοιοι, δὲν λέγω δὶ’ ἐσᾶς ποὺ παρευρίσκεσθε ἐδῶ, ἀλλὰ δὶ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποσκιρτοῦν. Μοιχεία εἶναι αὐτὸ τὸ πράγμα. Ἐὰν δὲ δὲν ἀνέχεσαι νὰ ἀκοῦς αὐτὰ δὶ’ ἐκείνους, λοιπὸν νὰ μὴ ἀνέχεσαι οὔτε δὶ’ ἐμᾶς, διότι τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο κατ’ ἀνάγκην γίνεται παρανόμως. Ἂν μὲν λοιπὸν ὑποπτεύεσθε αὐτὰ δὶ’ ἐμέ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραχωρήσω τὸ ἀξίωμα εἰς ὅποιον θέλετε, μόνον ἡ ἐκκλησία νὰ εἶναι μία, ἐὰν δὲ ἐγὼ ἔγινα νομίμως, πείθετε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀναβῆ παρανόμως εἰς τὸν θρόνον νὰ ἀποθέσουν ὅ,τι δὲν τοὺς ἀνήκει.

Αὐτὰ τὰ εἶπον, ὄχι ὡς προστάσσων, ἀλλὰ διὰ νὰ στερεώσω καὶ νὰ διαφυλάξω ἐσᾶς. Ἐπειδὴ ὁ καθένας ἔχει ἡλικίαν καὶ εὐθύνεται διὰ τὰς πράξεις του, παρακαλῶ νὰ μὴ νομίζετε ἀνευθύνους τούς ἑαυτούς σας, ρίπτοντες τὸ πᾶν εἰς ἐμᾶς, διὰ νὰ μὴ καταστρέφετε τοὺς ἑαυτοὺς σας αὐταπατώμενοι εἰς μάτην. Διότι θὰ δώσωμεν λόγον διὰ τὰς ψυχᾶς σας, ἀλλ’ ὅταν ἐμεῖς δὲν τὰς ἐπιμελούμεθα πλήρως, ὅταν δὲν παρακαλέσωμεν, ὅταν δὲν νουθετήσωμεν, ὅταν δὲν ἰκετεύσωμεν. Μετὰ δὲ ἀπὸ αὐτά, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, «εἶμαι ἀθῶος ἀπὸ τὸ αἷμα ὅλων σας», και,«ὁ Θεὸς θὰ σώση τὴν ψυχήν μου».

Εἴπατε ὅ,τι θέλετε καὶ ἀναφέρατε δικαιολογημένην αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀποχωρήσει, καὶ θὰ ἀπολογηθῶ. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε τίποτε νὰ εἴπητε. Διὰ τοῦτο καὶ παρακαλῶ ἔστω καὶ σᾶς νὰ σταθῆτε μὲ γενναιότητα καὶ νὰ ἐπαναφέρετε ὅσους ἐπλανήθησαν καὶ ἀπεχώρησαν, διὰ νὰ ἀναπέμψωμεν μαζὶ εὐχαριστίαν εἰς τὸν Θεόν, διότι εἰς αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(ἐκδόσεις ΕΠΕ, τόμος 20, σέλ. 705-715)
 
https://www.impantokratoros.gr/agioannis-chys-sxisma.el.aspx