Tuesday, May 22, 2018

Όχι πολλά λόγια στα παιδιά. ( Άγιος Πορφύριος )

Οι μητέρες ξέρουν να αγχώνονται, να συμβουλεύουν, να λένε πολλά, αλλά δεν έμαθαν να προσεύχονται.
Οι πολλές συμβουλές και υποδείξεις κάνουν πολύ κακό.
Όχι πολλά λόγια στα παιδιά.
Τα λόγια χτυπάνε στ’ αυτιά,
ενώ η προσευχή πηγαίνει στην καρδιά.

Άγιος Πορφύριος

Saturday, May 19, 2018

Όταν θα έχουμε την ένωση με το Θεό, όλα τα πράγματα θα είναι γαλήνια μέσα μας ( Γερόντισσα Μακρίνα )


Αν αγαπήσουμε το Χριστό και δώσουμε την καρδιά μας σ' Εκείνον θα μας τα δώσει όλα δωρεάν... Δεν ζουν οι άνθρωποι μόνο με την τροφή, αλλά και με τη χάρη του Θεού. Η εγκράτεια και η προσευχή μάς κάνει πολύ καλό· και όταν αφήσει κανείς τον εαυτό του στο Θεό ολοκληρωτικά, ο Θεός τον ταΐζει, τον ποτίζει, το Θεό γεύεται και πολλά ουράνια μεγαλεία του Θεού αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου... 
Ο Χριστός θέλει όλη την αγάπη μας να την δώσουμε σ' Εκείνον και ύστερα Αυτός δωρίζει τα θεία Του δώρα... Όταν θα έχουμε την ένωση με το Θεό, όλα τα πράγματα θα είναι γαλήνια μέσα μας.

Γερόντισσα Μακρίνα

Wednesday, May 16, 2018

Φοβερός πόλεμος με δαιμόνια υπερηφανείας ( Γεροντικό )

 
Φοβερός πόλεμος με δαιμόνια υπερηφανείας

Από το βιβλίο «Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση»

Διηγήθηκε Γέρων: «Κάποτε ήρθαν και με προσκύνησαν τα δαιμόνια, ενώ έψελνα το Χερουβικό και είχα φθάσει στο "καί τῇ ζωοποιῷ Τριάδι". Έρχονται λοιπόν πέντε δαίμονες, ένας μεγάλος αξιωματικός με πηλίκιο και κάτι σήματα δαιμονικά, γαλόνια και κέρατα που έβγαιναν δίπλα απ’ το πηλίκιο, και τέσσερις μικροί μαλλιαροί, και πέφτουν στα γόνατα μπροστά μου. Ο μεσαίος, ο αξιωματικός, είχε το ένα πόδι γονατιστό και το άλλο μισολυγισμένο όπως οι καθολικοί και μου λέε: "Είσαι σπουδαίος ψάλτης! Είσαι θαυμάσιος! Είσαι άφθαστος!". Είχε το κεφάλι ψηλά, ενώ οι άλλοι τέσσερις είχαν το κεφάλι κάτω. Εγώ μονολόγησα: "Τα δαιμόνια θα μου πάρουν το μυαλό. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Κύριον τον Θεόν μας προσκυνήσωμεν και Αυτώ μόνω λατρεύσωμεν". Αμέσως έγιναν άφαντοι. Αυτά εν ριπή οφθαλμού. Εγώ αγρίεψα μέσα μου. Σκέφθηκα: "Αυτός που δεν δέχεται να προσκυνήση τον Θεό και να πη ελέησον με ο Θεός, ήρθε να προσκυνήση εμένα να με κάνη συμμέτοχο στην υπερηφάνειά του; Αγρίεψα και άρχισα να λέω το "Τριάδι" του Παπανικολάου. Μόλις τελείωσα, μου λένε οι πατέρες: "Τι Τριάδι ήταν αυτό! Πανηγύρι μας έφερες". "Ε, λέω, καμμιά φορά μας πιάνουν και τα μεράκια".

»Μετά την τράπεζα συναντώ στην αυλή ένα μοναχό αγιορείτη, όχι του Μοναστηριού, που ήταν παρών στην Λειτουργία. Τον χαιρέτισα και μου λέει:

― Βρε, τι ήταν αυτό σήμερα! Τι ωραία ψαλμωδία! Μας ανέβασες στον ουρανό. Νιώσαμε κατάνυξη.

― Όχι εγώ, ο πατήρ τάδε, του είπα.

― Ποιος πατήρ τάδε. Εσύ, η δική σου φωνή, και μου είπε και διάφορα επαινετικά λόγια.

»Τον βάζω μετάνοια και πάω να φύγω. Έρχεται ο σατανάς δίπλα μου· τον έβλεπα και μου λέει: "Όταν σου λέω εγώ να ακούς. Είσαι άφθαστος, εσύ έπρεπε να πάρεις δίπλωμα έξω και να είσαι δάσκαλος".

»"Πίσω μου δαίμονα", λέω. Τι ήθελα να ‘ρθώ από δω να συναντήσω τον μοναχό να ακούσω όλα αυτά.

»Βγήκα έξω και κίνησα για τον κήπο. Ο διάβολος από κοντά μου. Ενώ έβλεπα, βάδιζα, δεν ξέρω πώς, πήρε το πνεύμα μου ο σατανάς και με ανέβασε ψηλά, πολύ ψηλά και έβλεπα τον κόσμο σαν μυρμήγκια κάτω.

― Εσύ δεν είσαι τυχαίος, μου έλεγε ο σατανάς, εσύ δεν ξέρεις τι κουβαλάς.

― Τι κουβαλάω, βρε σατανά, ό,τι κουβαλάς και συ κουβαλώ κι εγώ. Φύγε από κοντά μου. "Θεέ μου, βοήθησέ με". Τι είναι αυτό σήμερα. Θα μου πάρει τα μυαλά ο σατανάς. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".

»Άρχισα να φουσκώνω από υπερηφάνεια, αλλά είχα και λίγο επίγνωση και είπα: "Θεέ μου, δεν θέλω τέτοιες επάρσεις".

»Μπαίνω στον κήπο, αυτός από κοντά. Αυτός τα δικά του, εγώ τα δικά μου. Δεν υπάρχει χειρότερο δαιμόνιο από το δαιμόνιο της υπερηφανείας. Προχώρησα πιο μέσα στον κήπο, μήπως και φύγη. Τίποτα. "Πάει", είπα, "θα δαιμονισθώ". Τότε έπεσα στα γόνατα με το ράσο που φορούσα στην Εκκλησία, και έκλεγα. Δεν έδινα σημασία τι μου έλεγε ο σατανάς, εγώ τα δικά μου. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", δύο-δυόμισι ώρες είχα μέσα στον ήλιο. "Δεν θέλω", έλεγα, "τέτοιες επάρσεις, τέτοιους λογισμούς. Εγώ θέλω, Χριστέ μου, να σε προσκυνώ πάνω στον Σταυρό. Εγώ είμαι ένας αμαρτωλός και τίποτα παραπάνω". Αυτός έλεγε τα δικά του. Μούσκεψε το χώμα από τα δάκρυα, σαν να είχε τρέξει βρύση. Κάποια στιγμή έφυγε εκείνο το νέφος και ο σατανάς μαζί. Κατάλαβα ότι προσγειώθηκα. Ένιωσα την ανάγκη να προσκυνήσω τα πόδια του Εσταυρωμένου. Σηκώθηκα, ευχαρίστησα τον Κύριό μας και την Παναγία, έβαλα λίγες μετάνοιες και έφυγα κλαίγοντας.

»Έπειτα σκέφθηκα ότι, για να έρθουν να με πειράξουν τα δαιμόνια τόσες φορές, κάτι βρήκαν μέσα μου. Φαίνεται ότι "λάγκευα"1 προς τον εγωισμό. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και ταπείνωση».


https://www.impantokratoros.gr/polemos-yperhfanias.el.aspx

Thursday, May 10, 2018

Πνευματικός άνθρωπος δεν είναι ο ηθικός, αλλά ο αγαπών.....


Ο Γέροντας Ντόμπρη (Dobri Dobrev)


Πολλές φορές ακούτε από το στόμα των ιερέων να ομιλούν για πνευματική προκοπή, ή να λένε: «Να προσπαθήσουμε να γίνουμε πνευματικοί άνθρωποι..». Όμως τι σημαίνει τελικά πνευματική προκοπή, τι σημαίνει πνευματικότητα; Μήπως τα έχουμε παρεξηγήσει μέσα στο μυαλό μας;
Όταν οι πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για πνευματικότητα δεν ομιλούν περί ηθικής. Η Εκκλησία αδελφοί μου μας προσφέρει πνευματικότητα, και όχι ηθική τελείωση. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι σίγουρα και ηθικός όμως ο ηθικός δεν συνεπάγεται και το πνευματικός...Το να είμαστε ηθικά καλοί αυτό μπορούμε και μόνοι μας να το πετύχουμε, όμως δεν είναι το ζητούμενο, δεν πρέπει να γίνει αυτοσκοπός, δεν αρκεί η ηθική από μόνη της ώστε να ελκύσουμε την χάρη του Θεού. Π.χ. όσο καθαρός κι αν είσαι, όσο εγκρατείς κι αν είσαι, όση αμόλυντη ζωή κι αν έχεις, εάν ζει εν παρθενία, όσο δίκαιος κι αν είσαι, με λίγα λόγια όλοι σε θεωρούν έναν ηθικό άνθρωπο, εάν δεν έχεις ταπείνωση τίποτα δεν κατάφερες..διότι «ο Κύριος ταπεινοίς δίδωσι χάριν».
Για να επανέλθουμε όμως. Λέμε λοιπόν ότι η Εκκλησία, μας προσφέρει πνευματικότητα. Τι είναι λοιπόν η πνευματικότητα; Μπορεί να μετρηθεί;
Η πνευματικότητα αδελφοί μου είναι κατάστασις όπου ο άνθρωπος έχει υπερβεί τον εγωισμό, την φιλαυτία του, έχει υπερβεί τα του κόσμου και πλέον εν ταπεινώση και μετανοία ζει για τον Χριστό ,δια του Χριστού.
Ζει δηλαδή όχι για να κτίσει ένα καλό όνομα στην κοινωνία, όχι για να γίνει διάσημος και προσφιλείς στους ανθρώπους λόγω της καθαρότητος του βίου του ή των ποικίλων αρετών του αλλά ζει για τον Χριστό, ζει για τους άλλους, ζει δια του Χριστού δηλαδή ζει μέσω του Χριστού, δια των μυστηρίων της Εκκλησίας και φτάνει στο σημείο να λέγει μαζί με τον απόστολο: «ζω δε ουκέτι εγώ ζει δε εν εμοί χριστός».
Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι αυτός που έχει κάνει σπουδές στην θύραθεν σοφία, δεν είναι ούτε ο ηθικός άνθρωπος, αλλά ο μυημένος στο μυστήριο της Αγάπης.
Εάν τολμούσα να ονόμαζα ποιος είναι ο πνευματικός άνθρωπος, θα έλεγα είναι ο άνθρωπος που αγαπά. Διότι το ατέλεστο τέλος που καλούμαστε όλοι μας να αγγίξουμε και να γίνουμε μέτοχοι είναι η Αγάπη εν Χριστώ, δηλαδή η άδολη αγάπη, η ανιδιοτελής αγάπη, η αγάπη που μπορεί να φτάσει στην θυσία του Σταυρού χωρίς να κρατήσει κακία μέσα της.
«Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις», είπε ένας γέροντας σε κάποιον μοναχό. Διότι εάν αγαπάς, όντως, θα σου είναι αδιανόητο να στεναχωρήσεις τον πλησίον σου, να τον αδικήσεις, να τον κατακρίνεις. Εάν αγαπάς θα σου είναι αδιανόητο να ησυχάσεις μέσα στην φιλαυτία σου, μέσα στο βόλεμά σου…θα καταληφθείς από μία «μακαρία μανία» όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος η οποία ακόμα και όταν το σώμα κουραστεί και αποκάμει από τους κόπους της ασκήσεως θα πραγματοποιηθεί σε σένα εκείνο το ψαλμικό: «Εγώ καθεύδω» από την ανάγκη της φύσεως, «η δε καρδία μου αγρυπνεί» από το πλήθος του έρωτος προς Σε.
Η Αγάπη λοιπόν είναι ο σκοπός της ζωής, διότι Αγάπη είναι ο Θεός. Ο άνθρωπος λοιπόν που σκοπό έχει την ένωσή του με τον Θεό (καθ'ομοίωσιν), είναι σαν να έχει σκοπό του την απόκτηση της Αγάπης.
Λέγει πάλι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Αυτός που θέλει να ομιλή για την αγάπη είναι σαν να επιχειρή να ομιλή για τον ίδιο τον Θεόν.
Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, είναι μέθη της ψυχής. Ως προς δε τις ιδιότητές της, είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως».
Να λοιπόν γιατί τόλμησα να πω ότι τελικά πνευματικός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αγαπά, που έχει αγάπη όχι για τους φίλους και τους οικείους τους, όχι μόνο για τους ανθρώπους αλλά για όλη την κτίση!
Αγαπητοί μου αδελφοί, όλα αυτά τα αναφέρουμε, όχι για να μικροψυχήσουμε και να προσπαθήσουμε μονομιάς και απότομα να κατακτήσουμε τα κράσπεδα του Ουρανού, διότι μπορεί στην πορεία να απογοητευτούμε. Γι΄αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε το εξής: «Ότι όπως δεν είναι δυνατόν αυτός που πέρασε μακροχρόνια ασθένεια να ανακτήσει την υγεία του μέσα σε μία στιγμή, έτσι δεν είναι δυνατόν να νικήσουμε διά μιας τα πάθη μας ή ακόμα και ένα πάθος μας» (Άγ. Ιων.Κλιμακος).
Θέλει επιμονή, θέλει υπομονή, θέλει προσευχή, προσοχή, ταπείνωση και μετάνοια. Θέλει όμως και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κατορθώσει πολλά πράγματα στην ζωή του όμως την αγιότητα δεν μπορεί να την κατορθώσει μακράν των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Διότι η Εκκλησία είναι ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός, άρα λοιπόν μακράν της Εκκλησίας, είμαστε μακράν του Χριστού, κι ας υποστηρίζουν κάποιοι ότι πιστεύουν στον Χριστό, απορρίπτοντας την Εκκλησία Του, διότι όποιος απορρίπτει την Ορθόδοξη Εκκλησία, απορρίπτει τον Χριστό και πλέον μακράν του Χριστού είναι μακράν του Φωτός, της Αλήθειας, της Αγάπης και της Αιωνίου Ζωής.
Και μην πει κάποιος ότι: «εμείς δεν ποθούμε να γίνουμε άγιοι», διότι όποιος έστω και ενδόμυχα απορρίπτει συνειδητά την αγιότητα, απορρίπτει τον σκοπό της δημιουργίας του.
Όλοι μας αδελφοί μου πλαστήκαμε κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού, δηλαδή, δημιουργηθήκαμε ελεύθεροι με νου, κρίση και λογική ώστε να μεταμορφωθούμε από χοϊκούς ανθρώπους σε κατά χάριν θεανθρώπους, σε αγίους, σε όντα που ζουν μαζί με τον Θεό αρμονικά μέσα σε αιώνια ευφροσύνη. Εάν λοιπόν δεν θέλουμε ένα τέτοιο μέλλον…είμαστε άξιοι των επιλογών μας.
Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Κλίμακος του Αγίου Ιωάννου στο οποίο ο Άγιος μας δείχνει τον δρόμο από την γη των παθών προς τον Ουρανό της Αγάπης.
Λέγει ο Άγιος: «Η ελάττωσις του κακού γεννά την αποχή από το κακό. Η αποχή από το κακό είναι η αρχή της μετανοίας. Η αρχή της μετανοίας είναι η αρχή της σωτηρίας. Η αρχή της σωτηρίας είναι η καλή πρόθεσις. Η καλή πρόθεσις γεννά τους κόπους. Αρχή των κόπων είναι οι αρετές. Η αρχή των αρετών είναι το άνθος (της πνευματικής ζωής). Το άνθος της αρετής είναι η αρχή της (πνευματικής) εργασίας. Η (πνευματική) εργασία είναι τέκνο της αρετής∙ και αυτής τέκνο η συνέχισις και η συχνότης της εργασίας. Καρπός και τέκνο της συνεχούς και επιμελούς εργασίας είναι η έξις, (η μόνιμη δηλαδή συνήθεια). Και τέκνο της έξεως είναι η ποίωσις , (να γίνη δηλαδή η αρετή ένα με την ψυχή, φυσική κατάστασίς της).
Η ποίωσις στο καλό γεννά τον φόβο (του Θεού) και την ευλάβεια. Ο φόβος γεννά την τήρησι των εντολών – είτε των επουρανίων είτε των επιγείων. Η τήρησις των εντολών είναι απόδειξις της αγάπης (προς τον Θεόν και τον πλησίον). Αρχή της αγάπης είναι το πλήθος της ταπεινώσεως. Το πλήθος δε της ταπεινώσεως είναι θυγατέρα της απαθείας. Και η απόκτησις της απαθείας είναι η πληρότης της αγάπης, δηλαδή η πλήρης κατοίκησις του Θεού σε όσους έγιναν με την απάθεια «καθαροί τη καρδία…ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Η πνευματική ζωή είναι η ζωή της συγχωρετικότητος και της αγάπης. Εάν δεν συν-χωρούμε και δεν αγαπούμε…μην πλανόμεθα, δεν ζούμε πνευματική ζωή όσο και "ηθικά αμόλυντοι" κι ας είμαστε, διότι "Ο αγαπών εκ του Θεού γεγένηται και γιγνώσκει τον Θεόν".


Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Tuesday, May 8, 2018

Οι επτά σωματικές πράξεις της Μετάνοιας ! ( Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού )


Στην πρακτική των Πατέρων, που αναλύουμε αναφέρονται επτά σωματικές πράξεις στις οποίες στηρίζονται οι τρόποι και τα έργα της μετάνοιας.
Ως πρώτη πράξη στη μετάνοια οι Πατέρες τοποθετούν την ησυχία. 
Είναι η απερίσπαστη διαγωγή. Η απομάκρυνση από τα αίτια, που δημιουργούν τις αφορμές της πτώσης και της ήττας, ειδικά σε όσους είναι ασθενείς χαρακτήρες, αλλά και από αυτόν τον "ὡς λέοντα περιπατοῡντα καί ζητοῡντα νά μάς καταπιή" (' Πέτρ. ε' 8). Με την ησυχία απέχει ο αγωνιστής από τη μάταιη και άσκοπη μέριμνα και του επιτρέπεται αν θέλει να στρέψει τη σκέψη και ασχολία του προς το Θεό, απ΄όπου φωτιζόμενος από τη θεία Χάρη ανακαλύπτει τον εαυτό του, που είναι απαραίτητο καθήκον.
 Δεύτερη πράξη θεωρείται η νηστεία.  
Με αυτήν καταβάλλεται και δεσμεύεται ένας από τους γίγαντες της διαστροφής - η γαστριμαργία - ο ακαταγώνιστος σύμμαχος της φύσης και του διαβόλου. Με αυτήν αιχμαλωτίζει ο τελευταίος τα πλείστα των θυμάτων του. Το πόσο απαραίτητη είναι αυτή η πράξη το απέδειξε ο Κύριος μας, όταν ανέλαβε με την παρουσία του την ανάπλασή μας, μετά το θείο βάπτισμα στον Ιορδάνη. Ποιος τώρα μπορεί να αμφισβητήσει το βάθρο αυτό της μετανοίας, της ανάπλασης, της ανάστασης, της σωτηρίας; Εάν ο αναμάρτητος και απαθής νηστεύει - και μάλιστα παρατεταμένα - ποιος θα προφασιστεί αδυναμία ή άρνηση; Αφήνω και την άσκηση της δίψας που οι έμπειροι της εγκρατείας προβάλλουν ως άριστο άθλημα κατά των παράλογων ορέξεων. 
Την αγρυπνία, ως τρίτη πράξη, συνιστούν οι Πατέρες. 
Είναι το αποτελεσματικότερο μέσο φωτισμού του νου και γεννήτρια της προσευχής. Ο κόρος της υπνηλίας υποβιβάζει άμεσα τη διαύγεια του νου. Μειώνεται η διανοητική ικανότητα της λογικής φύσης να συγκρίνει, διακρίνει, επιλέξει και εφαρμόσει όσα η νόμιμη άσκηση απαιτεί. Η αγρυπνία, ως μέσο της φίλης των Πατέρων μας φιλοπονίας, πάντοτε προηγείτο στους ασκητικούς αγώνες. Και είναι γνωστή η υπερβολική άσκηση των Πατέρων στην αγρυπνία. Επέμεναν στα πολλαπλά οφέλη αυτής της αρετής, επειδή συντελούσε άριστα στη διανοητική εργασία από την οποία εξαρτώνται όλα εφ΄όσον "νοῡς ορᾶ καί νοῦς ακούει" και εκλέγει και εκτελεί.
 Τέταρτη και πέμπτη πράξη τοποθετούν οι Πατέρες την προσευχή και την ψαλμωδία. 
Πράγματι διαιρούσαν την εργασία της προσευχής σε δύο τρόπους, που επικρατούν στην τόσο σημαντική αυτή παναρετή. Στο όνομα της προσευχής χάραξαν την έννοια της εσωστρέφειας και ειδικά της "κατά μόνας" προς το Θεό συνομιλίας. Εκεί ο καθένας επιρρίπτει τον εαυτό του μπροστά στη θεία ευσπλαχνία και αγαθότητα και με επίμονη εξομολόγηση, δέηση, ικεσία, παράκληση ή και ευχαριστία αναφέρει τον πόνο και τον πόθο του προς "τόν δυνάμενον σῴζειν" Χριστό, το Θεό μας. Η ψ α λ μ ω δ ί α χρησιμοποιείται στις ομαδικές συναθροίσεις των πιστών. Με την υμνολογία επιτελείται εορταστικότερα η κοινή προσευχή και αυτό είναι περισσότερο αποδεκτό και εφαρμόσιμο από το λαό. 
Έκτη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την ανάγνωση και μελέτη λόγων και παραγγελμάτων που μας κατευθύνουν στην εν Χριστώ πνευματική μας ζωή. 
 Ο λόγος τους Κυρίου μας "ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου" αυτό σημαίνει: Να μάθει και να κατανοήσει τις εντολές μου το θέλημά μου και μετά να γίνει τηρητής (τηρών αυτάς). Και αυτός "ἐστιν ό ἀγαπῶν με". Στο Μωσαϊκό νόμο απαιτητικότερα διέταζε ο Θεός τη μελέτη του θελήματός του και την ενασχόληση με αυτό για να μη παραλείπεται, ως καθήκον, η ακριβής τήρηση και εφαρμογή του. "Ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καί νυκτός" (Ψαλμ α' 2). Μια από τις σπουδαιότερες φροντίδες αυτού που θέλει να απαλλαγεί από τη λύσσα του "ὠρυομένου ὡς λέοντος" εναντίον μας, κατά τον Παύλο, είναι το να "μή ἀγνοώμεν τά νοήματα αὐτοῦ" (πρβλ Β' Πετρ. α' 21). Επειδή οι φίλοι και δούλοι του Θεού «οὐκ ἰδίῳ θελήματι ἀλλά Πνεύματι Ἁγίῳ φερόμενοι ἐλάλησαν καί ἔγραψαν» (πρβλ Β' Πετρ. α' 21), είναι πλέον καθήκον η μελέτη και έρευνα των λόγων και των συγγραφών τους προς πλήρη διαφώτιση και μάθηση του αόρατου πολέμου που ασίγαστα διεξάγουμε. 
Έβδομη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την
 επερώτηση των εμπείρων για κάθε λόγο και πράξη. 
Με αυτόν τον τρόπο επισφραγίζεται το ταπεινό φρόνημα. Απουσιάζει ή αυταρέσκεια και η απειρία. "Τοῖς ταπεινοῖς" δίνει ο Κύριος το φωτισμό και τη Χάρη του. Το τέλος όλης αυτής της προσπάθειας και ετοιμασίας είναι η υπομονή, ώστε "μήτε θαρρεῖν, μήτε ἀπογιγνώσκειν" απ' όσα συνήθως συμβαίνουν είτε χαροποιά είτε επίπονα.
Απόσπασμα από το βιβλίο "Άσκηση' του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού 

Saturday, May 5, 2018

Η ευσπλαχνία του Θεού είναι σαν ένα πέλαγος μεγάλο.... ( Γερόντισσα Μακρίνα )

Ο Χριστός μας έχει τόση πολλή αγάπη και ευσπλαχνία που ο δικός μας νους δεν μπορεί να το χωρέσει. Οι Πατέρες όλα μπορούσαν να τ' αντέξουν, όταν όμως ένιωθαν την ευσπλαχνία του Θεού, έλιωναν σαν κεράκι. 
Η ευσπλαχνία του Θεού είναι σαν ένα πέλαγος μεγάλο, όπως βλέπεις την θάλασσα, που ούτε αρχή ούτε άκρη έχει ούτε τέλος...


Γερόντισσα Μακρίνα

Wednesday, May 2, 2018

Ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν ξεπλένει την αμαρτία του σχίσματος στην Εκκλησία! ( Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )



Ἕνα συγκλονιστικὸ κείμενο - μνημεῖο! (Ὁμιλία ΙΑ στὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή) Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἀπολαμβάνωμεν τὸ Πνεῦμα τὸ ὅποιον ἔρχεται ἀπὸ τὴν κεφαλήν, ἂς εἴμεθα στενὰ συνδεδεμένοι μεταξύ μᾶς.

Διότι δύο τρόποι ἀποκοπῆς ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν· ὁ ἕνας, ὅταν ψυχράνωμεν τὴν ἀγάπην, ὁ δεύτερος δέ, ὅταν τολμήσωμεν πράγματα ποὺ εἶναι ἀνάξια νὰ γίνωνται εἰς ἐκεῖνο τὸ σῶμα, διότι καὶ μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς τρόπους χωρίζομεν τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν δὲ ἐμεῖς, ποὺ ἔχομεν ταχθῆ νὰ οἰκοδομῶμεν καὶ ἄλλους εἰς αὐτό, πρῶτοι γινώμεθα ἐμεῖς αἴτιοι διὰ ν’ ἀποσχίζωνται ἀπὸ αὐτήν, τί δὲν θὰ πάθωμεν;

Τίποτε δὲν θὰ ἠμπορέση νὰ διαιρέση τόσον εὔκολα τὴν Ἐκκλησίαν, ὅσον ἡ φιλαρχία, τίποτε δὲν παροξύνει τόσον τὸν Θεόν, ὅσον τὸ νὰ διαιρεθῆ ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἔχωμεν πράξει ἄπειρα καλά, δὲν θὰ καταδικασθῶμεν ὀλιγώτερον ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι διεμέλισαν τὸ σῶμα του, ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι διαιροῦμεν τὸ ἐκκλησιαστικὸν πλήρωμα.

Διότι ἐκεῖνο μὲν ἔγινε πρὸς ὄφελος τῆς οἰκουμένης, ἂν καὶ δὲν τὸ ἔκαναν ἀπὸ αὐτὸν τὸν σκοπόν, αὐτὸ ὅμως εἰς τίποτε πουθενὰ δὲν χρησιμεύει, ἀλλ’ εἶναι μεγάλη ἡ βλάβη.

Αὐτὰ δὲν λέγονται μόνον πρὸς τοὺς ἄρχοντας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἀρχομένους.

Κάποιος δὲ ἅγιος ἄνδρας εἶπε κάτι τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι εἶναι τολμηρόν, πλὴν ὅμως τὸ εἶπε. Ποιὸ εἶναι δὲ αὐτό; Οὔτε τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου ἠμπορεῖ νὰ...
ἐξαλείψη αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν.

Διότι, εἰπέ μοῦ, διατὶ μαρτυρεῖς; δὲν τὸ κάνεις αὐτὸ διὰ τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ; Σὺ λοιπὸν ὁ ὁποῖος θυσιάζεις τὴν ζωήν σου ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, πῶς ἐξολοθρεύεις τὴν Ἐκκλησίαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πρῶτος ἐθυσιάσθη ὁ Χριστός;

Ἄκουσε τὸν Παῦλον ὁ ὁποῖος λέγει: «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι ἀπόστολος, διότι κατεδίωξα τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ». Δὲν εἶναι μικρὰ αὐτὴ ἡ βλάβη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἀλλὰ πολὺ μεγάλη. Διότι ἐκείνη μὲν ἀναδεικνύει αὐτὴν καὶ λαμπροτέραν, ἐνῶ αὐτὴ καταισχύνει αὐτὴν καὶ ἐνώπιον τῶν ἐχθρῶν της, ὅταν δηλαδὴ πολεμῆται ὑπὸ τὰ ἴδια τὰ τέκνα της. Διότι εἶναι μεγάλη ἀπόδειξις ἀπάτης τὸ νὰ μεταβάλλωνται ἔξαφνα καὶ νὰ διάκεινται ὡς ἐχθροὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν καὶ ἀνετράφησαν μέσα εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἔχουν γνωρίσει μὲ ἀκρίβειαν τὰ ἀπόρρητά τῆς πίστεως.

Αὐτὰ δὶ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μὲ ἀδιαφορίαν ἀκλουθοῦν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαιροῦν τὴν Ἐκκλησίαν. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἔχουν ἀντίθετον πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν πίστιν, καὶ δὶ’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκείνους ν’ ἀναμιγνύωνται, ἐὰν ὅμως ἔχουν τὴν ἰδίαν πίστιν, τότε πολὺ περισσότερον δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωνται. Διατὶ ἄραγε; Διότι ἡ νόσος προέρχεται ἀπὸ φιλαρχίαν.

Δὲν γνωρίζετε τί ἐπαθον οἱ περὶ τοὺς Κορὲ καὶ Δαθᾶν καὶ Ἀβειρῶν; καὶ μήπως μόνον αὐτοὶ καὶ ὄχι καὶ οἱ μετὰ ἀπὸ αὐτούς;

Τί λέγεις; Ἡ ἴδια πίστις εἶναι, ὀρθόδοξοι εἶναι καὶ ἐκεῖνοι. Διατὶ λοιπὸν δὲν εἶναι μαζὶ μὲ ἐμᾶς; «Ἕνας Κύριος, μία πίστις, ἕνα βάπτισμα». Ἐὰν δὲ αὐτὰ ποὺ κάνουν αὐτοὶ εἶναι ὀρθά, τότε τὰ ἰδικὰ μας εἶναι λανθασμένα, ἐὰν δὲ τὰ ἰδικὰ μας εἶναι ὀρθά, τότε τὰ ἰδικὰ των εἶναι λανθασμένα. «Ὥστε νὰ μὴ εἴμεθα πλέον νήπιοι, κλονιζόμενοι καὶ παρασυρόμενοι ἀπὸ κάθε ἄνεμον διδασκαλίας».

Εἰπέ μοῦ, νομίζεις ὅτι ἀρκεῖ αὐτό, τὸ νὰ λέγης δηλαδὴ ὅτι εἶναι ὀρθόδοξοι; τὰ δὲ τῆς χειροτονίας ἔφυγαν καὶ ἐχάθησαν; Καὶ ποιὸν τὸ ὄφελος ἐὰν αὐτὴ δὲν ἔγινε κατὰ τρόπον κανονικόν; Ὅπως ἀκριβῶς λοιπὸν διὰ τὴν πίστιν, ἔτσι πρέπει νὰ ἀγωνιζώμεθα καὶ δὶ’ αὐτήν. Διότι, ἐὰν εἰς τὸν καθένα εἶναι δυνατὸν νὰ χειροτονῆ, ὅπως οἱ παλαιοί, καὶ ἔτσι νὰ γίνωνται ἱερεῖς, ἂς γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι εἰς μάτην ἔχει οἰκοδομηθῆ αὐτὸ τὸ θυσιαστήριον, εἰς μάτην τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἱερέων, ἂς τὰ καταργήσωμεν αὐτὰ καὶ ἂς τὰ καταστρέψωμεν.

Μὴ γένοιτο, λέγει. Σεῖς τὰ κάνετε αὐτὰ καὶ λέγετε μὴ γένοιτο; Πῶς λέγεις, μὴ γένοιτο, τὴν στιγμὴν πού ἔχουν γίνει ἤδη; Ἐγὼ τὸ λέγω καὶ τὸ ἐπιβεβαιώνω ἀποσκοπῶν ὄχι εἰς ἰδικόν μου συμφέρον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἰδικὴν σας σωτηρίαν, ἐὰν δὲ κάποιος ἀδιαφορῆ, αὐτὸς θὰ κριθῆ, ἐὰν δὲ αὐτὰ δὲν ἐνδιαφέρουν εἰς κάποιον, ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἐνδιαφέρουν. «Ἐγὼ ἐφύτευσα», λέγει, «ὁ Ἀπολλῶς ἐπότισεν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ἔδιδε τὴν αὔξησιν».

Πῶς θὰ ὑποφέρωμεν τὴν εἰρωνείαν καὶ τὸν γέλωτα τῶν εἰδωλολατρῶν; Διότι ἐὰν μᾶς κατηγοροῦν διὰ τὰς αἱρέσεις, τί θὰ εἴπουν δὶ’ αὐτά; Ἐὰν ἡ αὐτὴ πίστις ὑπάρχη παντοῦ, ἐὰν τὰ ἴδια μυστήρια, διατὶ νὰ ἐπιπηδᾶ εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν κάποιος ἄλλος ἐπίσκοπος; Βλέπετε, λέγει, ὅτι ὅλα τὰ τῶν Χριστιανῶν ἔχουν γεμίσει ἀπὸ κενοδοξίαν; Καὶ ὅτι ὑπάρχει εἰς αὐτοὺς φιλαρχία καὶ ἀπάτη; Ἀπογύμνωσέ τους ἀπὸ τὸ πλῆθος, λέγει, καὶ δὲν θὰ εἶναι τίποτε. Κτύπησε καὶ ἐξολόθρευσε τὴν νόσον, ἡ ὁποία διαφθείρει τὸν ὄχλον.

5. Θέλετε νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ ὁποία λέγουν διὰ τὴν πόλιν μας; μὲ πόσην εὐκολίαν ἠμποροῦν νὰ μᾶς κατηγοροῦν; Εἶναι δυνατόν, λέγει, εἰς ὅποιον θέλει νὰ εὔρη ὀπαδοὺς καὶ δὲν θὰ λείψουν ποτὲ αὐτοί. Ώ, πόσον ἀξιογέλαστον πράγμα! πόσης ἐντροπῆς ἄξια εἶναι αὐτά; Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλο εἶναι ἀξιογέλαστον καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἐντροπή. Ἂν μερικοὶ ἀπὸ ἐμᾶς κυριευθέντες ἀπὸ τὰ πιὸ φοβερὰ πράγματα, πρόκειται νὰ ὑποστοῦν κάποιο ἐπιτίμιον, εἶναι πολὺς ὁ τρόμος καὶ ὁ φόβος παντοῦ μήπως κανεὶς ἀποσκιρτήση, λέγει, μήπως ἀποστατήση εἰς ἐκείνους. Χιλιάδες φορὲς εἶναι προτιμώτερον ν’ ἀποσκιρτήση αὐτὸς ὁ ὁποῖος εἶναι τέτοιος, καὶ νὰ εἶναι μαζὶ μὲ ἐκείνους, δὲν λέγω δὶ’ ὅσους ἔχουν πλανηθῆ, ἀλλ’ ἐὰν κάποιος χωρὶς νὰ παρασυρθῆ εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ θέλει νὰ προσχωρήση εἰς τοὺς αἱρετικούς, ἂς τὰ κάνη. Διότι πονῶ βέβαια καὶ θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι καὶ καίγονται τὰ σπλάχνα μου, ὡσὰν νὰ στεροῦμαι ἰδικόν μου μέλος, ὅμως δὲν πονῶ τόσον, ὅσον φοβοῦμαι μήπως ἀναγκασθῶ ἀπὸ αὐτὸ νὰ κάνω τίποτε ποὺ δὲν πρέπει.

Δὲν εἴμεθα κυρίαρχοί της πίστεώς μας, ἀγαπητοί, οὔτε παραγγέλλομεν αὐτὰ κατὰ τρόπον δεσποτικόν, ἔχομεν ὁρισθῆ διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ λόγου καὶ ὄχι διὰ ἐξουσίαν οὔτε διὰ δεσποτισμόν, ἔχομεν θέσιν συμβούλων, οἱ ὅποιοι συμβουλεύουν. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμβουλεύει λέγει τὴν γνώμην του, χωρὶς νὰ ἐξαναγκάζη τὸν ἀκροατήν, ἀλλ’ ἀφήνει αὐτὸν ἐλεύθερον νὰ προτιμήση τὰ λεγάμενα, εἰς τοῦτο μόνον εἶναι ὑπεύθυνος, ἂν δὲν εἴπη αὐτὰ τὰ ὁποία πρέπει νὰ διδάξη. Διὰ τοῦτο καὶ ἐμεῖς τὰ λέγομεν αὐτὰ καὶ τὰ διδάσκομεν, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς κανένα ἀπὸ σᾶς τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως νὰ εἴπη, 'Κανείς δὲν μᾶς εἶπεν τίποτε, κανεὶς δὲν μᾶς ἐσυμβούλευσε, δὲν τὰ ἐγνωρίζαμεν, ἐνομίζαμεν ὅτι εἶναι μηδαμινὸν τὸ ἁμάρτημα, εἶναι μικρότερον κακὸν ἀπὸ τὸ νὰ πέση εἰς αἵρεσιν. Εἰπέ μοῦ, ἐὰν κάποιος ὑπηρετεῖ ὑπὸ τὰς διαταγᾶς κάποιου βασιλέως, καὶ δὲν ἐπήγαινε μὲν μὲ τὸ μέρος ἄλλου, οὔτε προσεχώρει εἰς ἄλλον βασιλέα, ἀλλ’ ἔπαιρνε τὸ πορφυροῦν ἔνδυμά του καὶ τὸ ἐξήπλωνε καταγῆς, καὶ ὁλόκληρον διὰ περόνης τὸ ἐξέσχιζεν εἰς πολλὰ τεμάχια, ἄραγε θὰ ἐτιμωρεῖτο ὀλιγώτερον ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προσεχώρησαν εἰς ἄλλον; Τί δέ, ἐὰν μαζὶ μὲ αὐτό, τὸν ἴδιον τὸν βασιλέα, κρατῶν ἀπὸ τὸν λαιμόν, τὸν ἔσφαζε καὶ ἐξέσχιζεν εἰς κάθε μέλος τὸ σῶμα του, ποία καταδίκη θὰ ἦτο ἀξία τῶν ἔργων του; Ἐὰν δὲ κάμνων αὐτὰ εἰς τὸν βασιλέα ὁ ὁποῖος εἶναι συνδοῦλος, θὰ ἐτιμωρεῖσο μὲ τὴν πιὸ μεγάλην τιμωρίαν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σφάζει καὶ διαμελίζει τὸν Χριστόν, ποίας κολάσεως δὲν θὰ εἶναι ἄξιος; Ἄραγε αὐτῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἀπειλεῖται; Δὲν νομίζω, ἀλλὰ ἄλλης πολὺ πιὸ φοβερᾶς.

Νὰ τὸ εἰπῆτε αὐτὸ ὄσαι παρευρίσκεσθε — διότι κυρίως αἳ γυναῖκες ἔχουν αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα — νὰ διηγηθῆτε εἰς ὄσας ἀπουσιάζουν αὐτὸ τὸ παράδειγμα, νὰ τὰς φοβήσετε.

Ἐὰν μερικοὶ νομίζουν ὅτι μᾶς θλίβουν καὶ μᾶς ἐκδικοῦνται μὲ αὐτό, ἂς γνωρίζουν καλῶς, ὅτι ἄσκοπα τὰ κάνουν αὐτά. Διότι ἐὰν θέλης νὰ μᾶς ἐκδικηθῆς, ἐγώ σου δίδω τρόπον, μὲ τὸν ὅποιον θὰ ἠμπορέσης νὰ ἐκδικηθῆς χωρὶς νὰ ζημιωθῆς, μᾶλλον δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηκηθῆς χωρὶς νὰ βλαβῆς, ἀλλὰ μὲ μικροτέραν βλάβην, κτύπησε μέ, πτύσε μὲ δημοσίως ὅταν μὲ συναντήσης, πλήγωσε μέ. Φρίττεις εἰς τὴν ἀκοὴν αὐτῶν τῶν πραγμάτων; Ἐὰν φρίττης πού σου λέγω νὰ κτυπήσης ἐμένα, δὲν φρίττεις ὅταν κατασπαράσσης τὸν Κύριόν σου; τὰ μέλη τοῦ Κυρίου ξεσχίζεις καὶ δὲν τρέμεις; Οἰκία πατρικὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἕνα σῶμα καὶ ἕνα Πνεῦμα. Ἀλλὰ θέλεις νὰ μὲ πολεμήσης. Μέχρι ἐμένα σταμάτησε. Διατὶ ἀντὶ δὶ’ ἐμένα πολεμεῖς τὸν Χριστόν; μᾶλλον δὲ διατὶ κτυπᾶς ἐπάνω εἰς τὰς πληγᾶς του; Βέβαια εἰς καμμίαν περίπτωσιν δὲν εἶναι καλὴ ἡ ἐκδίκησις, ἀλλὰ τὸ νὰ ὑβρίζης ἄλλον ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος σὲ ἀδικεῖ εἶναι πολὺ χειρότερον.

Ἀπὸ ἐμᾶς ἠδικήθης; Διατὶ λυπεῖς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν σὲ ἠδίκησεν; αὐτὸ εἶναι δεῖγμα μεγίστης παραφροσύνης. Δὲν θὰ τὸ εἰπῶ εἰρωνευόμενος αὐτὸ τὸ ὅποιον πρόκειται νὰ εἴπω, οὔτε τυχαίως, ἀλλ’ ὅπως τὸ σκέπτομαι καὶ ὅπως τὸ αἰσθάνομαι. Διὰ τὸν καθένα ἀπὸ σᾶς οἱ ὁποῖοι θλίβεσθε ἀπὸ ἐμένα καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς λύπης βλάπτετε τοὺς ἑαυτούς σας καὶ πορεύεσθε ἀλλοῦ, θὰ ἤθελον νὰ πληγώσω τὸ πρόσωπόν μου ἢ καὶ νὰ ἀπογυμνώσω τὸ σῶμα μου διὰ νὰ βασανισθῆ διὰ ράβδου, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως μὲ κατηγορεῖτε, καὶ εἰς ἐμένα ἂς ἐπιτρέψη τὴν ὀργὴν νὰ πέση, παρὰ νὰ τολμοῦν αὐτὰ τὰ ὁποία τολμοῦν. Ἐὰν ἠμποροῦσε νὰ γίνη αὐτό, τίποτε δὲν θὰ ἦτο, τὸ νὰ πάσχη τέτοια ἕνας μηδαμινὸς καὶ ἀνάξιος λόγου ἄνθρωπος. Ἄλλωστε θὰ ἠμποροῦσα νὰ παρακαλέσω ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἠδικήθην καὶ ἐξυβρίσθην, τὸν Θεόν, καὶ θὰ συνεχώρει τὰς ἁμαρτίας σας, ὄχι διότι εἰσακούομαι τόσον πολὺ ὡς νὰ εἶμαι ἅγιος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἠδικημένος, ὅταν παρακαλῆ ὑπὲρ ἐκείνου ὁ ὁποῖος τὸν ἠδίκησεν, εἰσακούεται πολύ. «Ἂν ἁμαρτήση ἄνθρωπος ἐναντίον ἀνθρώπου», λέγει, «ὁ Θεὸς θὰ δεχθῆ μεσιτείαν δὶ’ αὐτόν». Ἐὰν δὲ δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὸ κάνω ἐγώ, θὰ ἠμποροῦσα νὰ ζητήσω καὶ νὰ παρακαλέσω ἁγίους ἀνθρώπους καὶ θὰ τὸ ἔκαμνον. Τώρα ὅμως ποῖον νὰ παρακαλέσωμεν, ἀφοῦ ὑβρίζομεν τὸν Θεόν;

Πρόσεχε ἀνωμαλίαν. Διότι ἀπὸ ὅσους ἀνήκουν εἰς αὐτὴν τὴν ἐκκλησίαν, ἄλλοι μὲν οὐδέποτε προσέρχονται ἢ μίαν φορὰν κατ’ ἔτος, καὶ τότε ὅπως τύχη, ἄλλοι δὲ τακτικώτερον μέν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ὅπως τύχη, ὁμιλοῦντες καὶ ἀστειευόμενοι διὰ τὸ τίποτε, ἄλλοι δέ, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ὅτι δῆθεν ἐνδιαφέρονται, αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν αὐτὴν τὴν συμφοράν. Ἐὰν λοιπὸν ἐνδιαφέρεσθε καὶ φροντίζετε δὶ’ αὐτά, καλύτερον νὰ ταχθῆτε καὶ σεῖς μαζὶ μὲ τοὺς ἀδιαφόρους, μᾶλλον δὲ τὸ καλύτερον εἶναι οὔτε ἐκεῖνοι νὰ εἶναι ἀμελεῖς, οὔτε σεῖς τέτοιοι, δὲν λέγω δὶ’ ἐσᾶς ποὺ παρευρίσκεσθε ἐδῶ, ἀλλὰ δὶ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποσκιρτοῦν. Μοιχεία εἶναι αὐτὸ τὸ πράγμα. Ἐὰν δὲ δὲν ἀνέχεσαι νὰ ἀκοῦς αὐτὰ δὶ’ ἐκείνους, λοιπὸν νὰ μὴ ἀνέχεσαι οὔτε δὶ’ ἐμᾶς, διότι τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο κατ’ ἀνάγκην γίνεται παρανόμως. Ἂν μὲν λοιπὸν ὑποπτεύεσθε αὐτὰ δὶ’ ἐμέ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραχωρήσω τὸ ἀξίωμα εἰς ὅποιον θέλετε, μόνον ἡ ἐκκλησία νὰ εἶναι μία, ἐὰν δὲ ἐγὼ ἔγινα νομίμως, πείθετε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀναβῆ παρανόμως εἰς τὸν θρόνον νὰ ἀποθέσουν ὅ,τι δὲν τοὺς ἀνήκει.

Αὐτὰ τὰ εἶπον, ὄχι ὡς προστάσσων, ἀλλὰ διὰ νὰ στερεώσω καὶ νὰ διαφυλάξω ἐσᾶς. Ἐπειδὴ ὁ καθένας ἔχει ἡλικίαν καὶ εὐθύνεται διὰ τὰς πράξεις του, παρακαλῶ νὰ μὴ νομίζετε ἀνευθύνους τούς ἑαυτούς σας, ρίπτοντες τὸ πᾶν εἰς ἐμᾶς, διὰ νὰ μὴ καταστρέφετε τοὺς ἑαυτοὺς σας αὐταπατώμενοι εἰς μάτην. Διότι θὰ δώσωμεν λόγον διὰ τὰς ψυχᾶς σας, ἀλλ’ ὅταν ἐμεῖς δὲν τὰς ἐπιμελούμεθα πλήρως, ὅταν δὲν παρακαλέσωμεν, ὅταν δὲν νουθετήσωμεν, ὅταν δὲν ἰκετεύσωμεν. Μετὰ δὲ ἀπὸ αὐτά, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, «εἶμαι ἀθῶος ἀπὸ τὸ αἷμα ὅλων σας», και,«ὁ Θεὸς θὰ σώση τὴν ψυχήν μου».

Εἴπατε ὅ,τι θέλετε καὶ ἀναφέρατε δικαιολογημένην αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀποχωρήσει, καὶ θὰ ἀπολογηθῶ. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε τίποτε νὰ εἴπητε. Διὰ τοῦτο καὶ παρακαλῶ ἔστω καὶ σᾶς νὰ σταθῆτε μὲ γενναιότητα καὶ νὰ ἐπαναφέρετε ὅσους ἐπλανήθησαν καὶ ἀπεχώρησαν, διὰ νὰ ἀναπέμψωμεν μαζὶ εὐχαριστίαν εἰς τὸν Θεόν, διότι εἰς αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(ἐκδόσεις ΕΠΕ, τόμος 20, σέλ. 705-715)
 
https://www.impantokratoros.gr/agioannis-chys-sxisma.el.aspx

Monday, April 30, 2018

Όχι παιδί μου. Πώς το πήρατε έτσι; ( Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός )

Συζήτηση με τόν Γ. Ιωσήφ τόν Βατοπαιδινό

Ερ: Γιατί το δρόμο της θυσίας δεν τον κάνουμε μόνοι μας, ενώ ο Χριστός τον έκανε μόνος του;

Γέροντας: Εκείνος τον έκανε μόνος του, επειδή ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο σεσαρκωμένος Λόγος του Θεού. Αυτός που βλέπαμε εμείς, ήταν ο άνθρωπος Ιησούς. Αλλά ο άνθρωπος Ιησούς είχε μέσα και τον Λόγο, και τον Θεό Ιησού.
Όντας μαζί Θεός και άνθρωπος, είχε ενδημούσα τη θεία Χάρη. Συμπαρίστατο, συνεβάδιζε η θεία Χάρη μαζί του. Αυτός, ο οποίος είναι η αυτοζωΐα, είναι δικός μας, είναι η κεφαλή του σώματός μας. Γιατί αυτόν τον φοράμε. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Τον «ενεδύθημεν» με το βάπτισμα και τον φοράμε μέσα μας με την μετοχή των μυστηρίων κάθε μέρα.
Είναι «σύναιμος και σύσσωμος» μαζί μας. Δεν είναι κάπου μακρυά και να τον επικαλεσθούμε για να ξεκινήσει να έρθει. Είναι ήδη μέσα μας. Επικαλούμενοι τη συμπαράσταση της Χάριτός του «πάντα ισχύομεν εν τω ενδυναμούντι ημάς Χριστώ», όπως λέει ο Παύλος.
Είπα όμως ότι βάση θα είναι αυτή.
Όταν η βάση θα είναι αυτή και στις δύσκολες στιγμές θα προσπαθήσει ο σατανάς να σας απειλήσει. Να μην χάνετε το θάρρος σας, δεν πρόκειται να γίνει τίποτε από όσα σας απειλεί. « Μείζων ει ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμῳ».

Ερ: Ο Υιός προσεφέρθει ως λύτρον για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Σε ποιόν όμως; Ο Πατέρας, δεν το θέλει αυτό, γιατί αγαπά τον Υιό. Σε ποιόν προσφέρθηκε;

Γέροντας: Όχι παιδί μου. Πώς το πήρατε έτσι; Δεν προσφέρθηκε σαν λύτρον, ούτε υπάρχει διαφορά μεταξύ Πατρός και Υιού. Διαφορά θελήσεων δηλαδή μεταξύ των προσώπων τις Αγίας Τριάδος. Ὅ,τι θέλει ο Πατέρας, θέλει και ο Υιός. Αν και είναι αυτοτελή πρόσωπα δεν υπάρχει διαφορά θελήσεων και γνωμών.
Η φύσις είναι μία αλλά τα πρόσωπα είναι τρία, αυτοτελή. Είναι όμως ομόγνωμα. «Τη ευδοκία του Πατρός, τη κενώσει του Λόγου και τη συνεργείᾳ του Αγίου Πνεύματος» έγινε η σωτηρία του ανθρώπου.
Ο Λόγος του Θεού δεν εξυπηρέτησε κάποιον, αλλά από παναγάπη κινούμενος έγινε αναδημιουργός, αφού ήταν και ο δημιουργός. Και ένας λόγος παραπάνω. Επειδή επρόκειτο ο Λόγος του Θεού να λάβει και δευτέραν φύσιν για να μη μετακινηθεί η ιδιότητα των τριών προσώπων, ο Πατήρ να μένει πάντοτε Πατήρ και ο Υιός να μένει πάντοτε Υιός και το Άγιο Πνεύμα να μένει πάντοτε Παράκλητος, έπρεπε αυτό το πρόσωπο να σαρκωθεί που ήταν Υιός Θεού και να γίνει και Υιός ανθρώπου.
Όχι ότι έκανε υπακοή και δόθηκε λύτρον. Αυτά τα παραδέχονται οι Προτεστάντες και οι Καθολικοί. Εξ αγάπης κινούμενος και μόνον εξ αγάπης. Όπως εξ αγάπης κινούμενος δημιούργησε τα πάντα, για να μεταδώσει την αγάπη στα κτίσματά του, και όχι από αναγκαιότητα, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες.
Ο Λόγος του Θεού είναι το μέσον διά του οποίου κατασκευάσθηκε η κτίση. Αυτός λοιπόν ο Λόγος «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», που όρισε ο Βασιλεύς των αιώνων, ήλθε «κενώσας εαυτόν» χωρίς να έχει καμία προσταγή, ούτε να γίνεται θυσία, εξ αγάπης και μόνον κινούμενος. Σ’ αυτήν την αγάπη συμμετέσχε και ο Πατέρας και το Πνεύμα το Άγιο. «Ο Πατήρ ευδόκησεν ο Λόγος σαρξ εγένετο».
Ο Λόγος του Θεού υπήρχε πάντοτε εις τους κόλπους του Πατρός. Περιγράφοντες τον Θεό Πατέρα ως νουν, είχε πάντοτε τον Λόγο. Δεν υπήρχε νους χωρίς Λόγο ποτέ. Ο Λόγος υπήρχε πάντοτε, ταυτοχρόνως, αϊδίως. Ευρίσκετο μέσα στην απέραντη ηρεμία της θεοπρεπούς μεγαλοσύνης.
Όταν θέλησε ο Θεός να δημιουργήσει τα κτίσματα, μοχλός της δημιουργίας ήταν ο Λόγος. «Είπε και εγεννήθησαν». Ταυτοχρόνως φάνηκε μαζί με τα κτίσματα και ο Λόγος που ήταν αφανής μέχρι τότε. «Πάντα δι’ αυτού εγένετο», λέει ο Ιωάννης, και «χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν».
Όταν ήλθε ο καιρός που έπρεπε να επαναφέρει σε ισορροπία την επαναστατημένη κτίση, αυτός ο Λόγος παρουσιάσθηκε και «εκένωσεν εαυτόν». Τί σημαίνει «εκένωσεν»; Μίκρυνε, για να μπορέσει να πλησιάσει την κτίση, όπως λέει σε έναν ωραίο λόγο του ο Αββᾶς Ισαάκ. Ταπεινώθηκε και μίκρυνε ώστε να μην αφανισθεί η κτίση από την παρουσία του και για να μπορέσει να συνομιλήσει με αυτήν.
Το βαθύτερο είναι το εξής. Για να πάρει πάνω του την κτίση ώστε να της μεταφέρει αγιασμό υποστατικό. Μέσω της ανθρώπινης φύσεως φόρεσε τον κτιστό κόσμο και μετέφερε όλες τις θεοπρεπείς ενέργειες της Χάριτός του, ώστε έτσι να αγιάσει υποστατικά την κτίση. Όχι εξ ανάγκης. Άρα δεν είναι θύμα.

Ερχόμαστε τώρα σε άλλη θεωρία. Στο Ευαγγέλιο αναφέρεται ότι όταν επέστρεψαν από την αποστολή του κηρύγματος οι ενδομήκοντα μαθητές μετά χαράς έλεγαν στον Κύριό μας. «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματι σου». Τότε ο Κύριος λέει. «Είδον τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα».
Φυσικά εμείς θα το μεταμορφώσομε αυτό. Δεν έπρεπε έτσι να λεχθεί. Αλλά «ο πράος και ταπεινός τη καρδίᾳ» Ιησούς μας, πάντοτε απέφευγε τις επιδείξεις. Αυτός μπορούσε να πει ότι αυτόν τον οποίον τώρα εσείς λέτε ότι υποτάσσεται εν τω ονόματι μου είναι αυτός, τον οποίον εγώ γκρέμισα από τον ουρανό, και ήμουν παρών, όταν έπεφτε σαν αστραπή. Η λέξη «εγώ» αποφευγόταν από τον Κύριό μας.

Μπαίνομε στο βαθύτερο θεολογικό νόημα και ερμηνεύομε στο πως έγινε η πτώση. Η πτώση, λέει ο Κύριός μας, έγινε σαν αστραπή. Σε χρόνο αστραπής. Τα δισεκατομμύρια των πεπτωκότων αγγέλων σε χρόνο αστραπής έπαθαν δύο μεταμορφώσεις.
Πρώτα, αφήρεσε ο Θεός από πάνω τους το φωτισμό, την αξιοπρέπεια και την τελειότητα που είχαν. Και ταυτόχρονα τους μετέβαλε και τη μορφή. Όπως αναφέρουν οι Πατέρες, το τάγμα του εωσφόρου ήταν το ωραιότερο. Σε χρόνο αστραπής τους γκρέμισε, τους πήρε τον αγιασμό, το φως, και τους μετέβαλε τη μορφή.

Ερχόμαστε στη δεύτερη μορφή της αποκαλύψεως. Όπως λέει ο Κύριός μας προσδοκούμε «ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Πώς περιγράφεται στην Εκκλησία μας το ζήτημα της παλιγγενεσίας, της δευτέρας παρουσίας;
Δεν λέει «ως αστραπή εισέρχεται από ανατολών και φαίνεται μέχρι δυσμών», θα γίνει η παρουσία του Λόγου του Θεού; Και σ’ αυτό το χρονικό διάστημα θα αναστηθούν όλοι οι άνθρωποι και θα παρασταθούν ενώπιον του;

Ένας σοβαρός άνθρωπος δεν επιτρέπεται να παραδέχεται τη θεωρία του καθενός. Εμείς ενδείξεις δεν θέλομε, αποδείξεις θέλομε. Εμείς πιστεύομε σε Θεό συγκεκριμένο, όχι αφηρημένο, με την κένωση του οποίου είμεθα υποστατικά ενωμένοι μαζί του. Και ιδού ο αγιασμός. Άλλωστε μη ξεχνάτε ότι υπάρχει ο σατανάς, ο οποίος πολεμά.
Δεν είδατε στις ημέρες των Αποστόλων την παιδίσκη «την έχουσαν πνεύμα πύθωνος», η οποία συνεχώς εμαντεύετο, επρόλεγε.
Πώς προλέγει ο σατανάς; Ο σατανάς ως υπερφυσικό φαινόμενο υπάρχει και έχει υπερφυσικές ικανότητες και λόγω της λεπτότητας της φύσεώς του και της κινήσεως που έχει. Διότι κινείται όπως ο νους.
Σκεφθείτε την κίνηση του νου μας, πώς είναι. Αυτήν την ώρα είσαι εδώ, μετά σκέφτεσαι την Νέα Υόρκη, σκέφτεσαι το Λονδίνο, σκέφτεσαι την πατρίδα. Σε πόσα κλάσματα δευτερολέπτου γίνεται αυτή η κίνηση; Έτσι κινούνται οι Άγγελοι και οι δαίμονες. Οι άνθρωποι και οι Άγγελοι βλέπουν κατά μετοχήν της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, όπως βλέπει ο Θεός.
Όχι τα πάντα, αλλά όσο τους επιτρέψει να βλέπουν. Μόνον αυτοί όμως. Οι δαίμονες ως πνεύματα που είναι «εικάζουν». Από την μακροχρόνια παράταση της ζωής τους έχουν αποκτήσει πολλές εμπειρίες. Βλέπουν π.χ. κάποιον που ξεκίνησε από το Λονδίνο να έλθει εδώ. Εάν εμείς είμαστε γνωστοί μπορούσα να έβλεπα στον ύπνο μου όνειρο ότι έρχεται εδώ. Θα μου το έδειχναν αυτοί.
Αφού τον βλέπουν που ετοιμάζει τις βαλίτσες του, το διαβατήριό του. Ακαριαίως αυτοί κινούνται. Ύστερα υπάρχουν και άλλα σύμβολα μέσα στην κτίση που τους βοηθούν αυτούς. Είναι τα εξής. Όπως εδώ στην κοινωνία υπάρχει η αστυνομία, ο στρατός, οι διάφορες αρχές και υπάρχει τάξη, και βλέπομε και καταλαβαίνομε π.χ. από τα διακριτικά σημεία ποιός ανήκει στο ναυτικό, στην αεροπορία κλπ. έτσι και οι δαίμονες βλέπουν ποιοί είναι καθορισμένοι για σωτηρία.
Λέει ο Παύλος ότι «ο Θεός ο προορίσας ημάς από καταβολής κόσμου», άρα αυτοί που είναι για σωτηρία έχουν πάνω τους σύμβολα από τη Χάρη του Θεού και αυτά τα βλέπουν οι δαίμονες ως πνεύματα και καταλαβαίνουν.
Στο βίο του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος βλέπουμε ότι όταν μαρτυρούσε ο Άγιος και τους μάστιζε, φώναζαν οι δαίμονες. «Δεν τον ξέραμε αυτόν ότι θα μας κάψει; Από τη γέννησή του, δεν είδαμε ότι θα γινόταν τέτοιος;». Από τη γέννησή του είχε σύμβολα πάνω του και ήξεραν από τότε ότι θα γίνει άνθρωπος του Θεού.
Απ’ αυτή την άποψη, όχι από προφητεία. Δεν έχουν προφητεία αυτοί, γιατί έχασαν την χάρη και είναι σκοτισμένοι και ζοφεροί. Αλλά από την λεπτότητα της κινήσεώς τους, την εμπειρία τους και από το πλησίασμα στους αγγέλους, που αναμειγνύονται μαζί τους καταλαβαίνουν. Όλη η κτίση συντηρείται από τους αγγέλους.
Κατά προσταγήν Θεού οι άγγελοι κρατούν την κτίση σε αρμονία. Αυτούς τους αγγέλους τους βλέπουν οι δαίμονες και συμπεραίνουν. Θα γίνει εδώ μία θεομηνία ή ένας σεισμός. Διατάζει ο Θεός τους φύλακες αγγέλους να φύγουν. Τότε οι δαίμονες βλέπουν, ότι κάτι θα γίνει εδώ. Ξέρουν από προηγούμενα.
Μέσω των μαντείων, των μαγισσών και των μέντιουμ λένε και αυτοί. Τις περισσότερες φορές τα λένε συγκεχυμένα και άλλες διαψεύδονται. Διότι αλλάζει η απόφαση. Αποφασίζει ο Θεός να καταστρέψει αυτό το μέρος.
Τότε είτε αυτοί που είναι ζωντανοί και είναι εδώ, αρχίζουν να προσεύχονται είτε αυτοί που έχουν πεθάνει και έχουν παρρησία προσεύχονται και αλλάζει το σχέδιό του ο Θεός. Οι δαίμονες είδαν και είπαν οι μάγισσες ότι θα καταστραφεί, αλλά δεν καταστράφηκε. Διότι άλλαξαν οι άνθρωποι τη γνώμη, άλλαξε και ο Θεός την απόφαση.
Στην Νινευί δεν είπε; Γι’ αυτό δεν ήθελε να πάει ο Ιωνάς να κηρύξει. Ήξερε ότι θα μετανοήσουν αυτοί, θα μετανοήσει ο Θεός και αυτός θα φαινόταν ψεύτης. Γι’ αυτό έφυγε και ο Θεός τον πήρε με το ζόρι.

Ερ: Αυτή η προαίσθηση ότι θα ερχόταν κάποιος δεν εξηγείται με την τηλεπάθεια;

Γέροντας: Τηλεπάθεια δεν υπάρχει. Είναι αυτά που είπαμε. Είτε υπάρχει η Χάρη του Θεού ή η πλάνη των δαιμόνων. Όταν ο άνθρωπος αρχίσει να ζει χριστιανικά, αφού βγει από το περιθώριο της παρά φύσιν ζωής, της αμαρτωλής, αρχίσει να ζει φυσιολογικά. Από τα φυσιολογικά ανεβαίνει στα υπέρ φύσιν προς τον αγιασμό.
Τότε αρχίζει μέσα του να ξυπνά η διαίσθηση, που είναι χάρισμα, που είχε πριν από την πτώση. Μετά από την διαίσθηση, ακολουθεί η διόραση. Τη διόραση ακολουθεί η προόραση. Μετά γίνεται προφητεία αυξανομένης της χάριτος.
Σ’ αυτές τις καταστάσεις όταν βρίσκεται ένας ευλαβής άνθρωπος με διαίσθηση, διόραση, προόραση και προφητεία θα τα δει αυτά, αν θα τα δει. Μόνον έτσι. Αλλοιώς είναι τσαρλατάνικα.
Τί σημαίνει τηλεπάθεια; Ο άνθρωπος ο «πεπτωκώς» είναι πεπτωκώς. Ο αμαρτωλός άνθρωπος είναι στερημένος πάντων. Δεν του μένει τίποτε. Αυτό πού λέτε για μεταβίβαση σκέψεως από άνθρωπο σε άνθρωπο γίνεται μόνο με την ενέργεια του σατανά.

Ερ: Τό βλέπουμε σε επιστημονικά βιβλία!

Γεροντας: Η μαγεία ήταν επιστημονικός όρος. Η Αγία Αικατερίνη ήταν κάτοχος της μαγείας και πόσοι άλλοι Πατέρες, πριν να μπουν μέσα στη Χάρη του Θεού.

Ερ: Κάτι πρακτικότερο θα ρωτούσα, που πολλές φορές το ρωτούν τα παιδιά. Λέει ο Απ. Παύλος ότι ο άνδρας και η γυναίκα είναι ίσοι απέναντι του Θεού. Γιατί δεν επιτρέπεται η ιεροσύνη στη γυναίκα; Ενώ η γυναίκα έγινε Θεομήτωρ.

Γέροντας: Η Θεομήτωρ κατ’ εξαίρεση μία ήταν. Εξελέγει για να εξυπηρετήσει την «κένωσιν» του Θεού Λόγου. Αυτό είναι ανεπανάληπτο. Την αιτία της πτώσεως την δημιούργησε η γυναίκα. Απεδείχθη ότι ήταν το ασθενέστερο μέρος.
Ως το ασθενέστερο μέρος δεν είχε ποτέ εμπιστοσύνη να εκπροσωπήσει αυθεντικά. Απόδειξη ότι ήταν η αιτία της πτώσεως αυτή. Εάν εξελέγει μία κόρη να εξυπηρετήσει στην οικονομία αυτήν ήταν κατ’ εξαίρεση η μία, γιατί δεν μπορούσε να γίνει αλλοιώς.
Έπρεπε και αυτός να γίνει άνθρωπος και έπρεπε να γεννηθεί από φυσικούς όρους. Έπρεπε να βρεθεί κάποια κόρη που θα το κάνει αυτό. Βέβαια στον αγιασμό μπαίνουν και οι γυναίκες. Στην πραγματικότητα ο Θεός δεν δημιούργησε γυναίκα, άνδρα δημιούργησε. Προέβλεπε την πτώση και δημιούργησε τη γυναίκα για βοηθό. Βοηθό στην περίσταση της μεταπτωτικής καταστάσεως.
Στο μέλλον καταργείται πάλιν η γυναικεία φύση. Επανέρχεται στην πρώτη δημιουργία «ότι άνδρα κατασκεύασε ο Θεός». Επομένως δεν μπαίνει εδώ μέσα σαν ολοκληρωμένη προσωπικότης. Αν και της εδόθη προσωπικότης χάριν της μητρότητος. Δεν της εδόθη δικαίωμα να εξυπηρετήσει τις θείες οικονομίες, και για τους φυσικούς λόγους που ξέρετε. Για την αδυναμία να βρίσκεται σε μία κατάσταση καθαρότητος και για την ανθρώπινη αρρώστια.
Στην αρχή η Εκκλησία επέτρεπε το θέμα του ασπασμού εξ ίσου. Δεν πέρασε πολύς καιρός και άρχισαν τα σκάνδαλα και τα πάθη. Δεν μπορούν, λόγω της αδυναμίας του ανθρώπου, να συνεργαστούν αυτά τα δύο φύλα απαθώς.
Και επειδή υπάρχει ο κίνδυνος η Εκκλησία, «μη έχουσα σπίλον ή ρυτίδα», δεν καταδέχεται τέτοια πράγματα. Σεβασμό μεν έδωσε στη γυναίκα η Εκκλησία γι’ αυτό την ύψωσε περισσότερο από κάθε άλλη ανθρωπιστική θεωρία και ιδεολογία. Μόνο η Εκκλησία θεώρησε ισότιμη τη γυναίκα με τον άνδρα. Ναι μεν στην ιεροσύνη δεν της επετράπει να μπει, στον αγιασμό όμως μπαίνει.

Όπως φαίνεται η γυναίκα στην αρχή της δημιουργίας δεν μπήκε στο νόημα γι’ αυτό και στο μέλλον δεν υπάρχει. Όταν ρώτησαν τον Κύριό μας, επειδή πίστευαν ότι το θέμα του γάμου ήταν απόλυτος προορισμός του ανθρώπου, στο μέλλον τί θα γίνει, τους είπε «πλανάσθε, μη ειδότες τας γραφάς.
Δεν υπάρχουν τέτοια στην αιωνιότητα». Και το φύλο, αν και υπάρχει από την αρχή της δημιουργίας, εν τούτοις δεν λειτουργεί πάντοτε. Ένα κοριτσάκι μόλις γεννηθεί είναι δυνάμει γυναίκα, ενεργεία όμως δεν είναι.
Πρέπει να γίνει δεκαπέντε ετών για να γίνει ενεργεία. Και όταν περάσει τα πενήντα και πάλι δεν μπορεί να είναι γυναίκα. Διότι εξυπηρετεί τη μητρότητα για μία μόνο περίοδο. Αυτές είναι περιστασιακές καταστάσεις που δημιούργησε η πτώση. Γι’ αυτό και στο μέλλον δεν υπάρχει «άρσεν και θήλυ».
Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα μετά τον αγιασμό. Πριν τον αγιασμό υπάρχει. Πολλοί Πατέρες λένε ότι θα υπάρχει μόνον η Κυρία Θεοτόκος στη μορφή της πρώτης Εύας, της απαθούς πρώτης Εύας, διότι εθεώθη που κατοίκησε μέσα της ο Λόγος του Θεού. Πώς θα γίνουν αυτά, είναι άγνωστο.


(Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση τον Ιούλιο του 1987)

Wednesday, April 25, 2018

Ο λόγος του Θεού δημιουργεί, ο λόγος του Θεού φωτίζει, ο λόγος του Θεού αφυπνίζει. ( Επίσκοπος Αυγουστίνος Kαντιωτης )


«Και ελάλει αυτοίς τον λόγον» (Μαρκ. 2,2)

Ακούσατε, αγαπητοί μου, το ιερό και άγιο ευαγγέλιο. Διηγείται, πως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θεράπευσε ένα παραλυτικό. Αλλ’ εκτός από το θαύμα αυτό, τα άλλα θαύματα που αναφέρει το Ευαγγέλιο, και όσα έκαναν και κάνουν η Υπεραγία Θεοτόκος και οι άγιοι, υπάρχουν κι άλλα θαύματα, θαύματα αόρατα. Και εκείνα είναι πολύ ανώτερα. Ποια είν’ αυτά;

Αόρατα θαύματα. Όταν ακούγεται κήρυγμα και κάποια εσωτερική αλλοίωση συντελείται σε μια καρδιά, αυτό δεν είναι ένα αόρατο θαύμα, που γίνεται δια της ενεργείας του αγίου Πνεύματος; Ή όταν ο αμαρτωλός πηγαίνει στον πνευματικό και εξομολογείται τα αμαρτήματά του ειλικρινώς, κι ανοίγουν οι ουρανοί κι ακούγεται η φωνή «Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου»; (Μαρκ. 2,5· βλ. και Ματθ. 9,2), δεν είναι κι αυτό ένα αόρατο θαύμα; Ή, ακόμη μεγαλύτερο, όταν την ώρα της θείας λειτουργίας ακούμε «Τα σα εκ των σων…», και πάνω στην αγία τράπεζα το ψωμί γίνεται σώμα και το κρασί γίνεται αίμα του Χριστού μας, δεν είναι αυτό ένα αόρατο θαύμα; Ώστε λοιπόν εκτός από τα ορατά, που είναι λίγα, υπάρχουν κι άλλα πολλά αόρατα θαύματα.

Δεν θα σας μιλήσω για το ορατό θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού. Θα σας πω για το αόρατο εκείνο θαύμα που συντελείται μέσα στις καρδιές από την ακρόαση του θείου λόγου. Άλλωστε το ευαγγέλιο μας δίνει αφορμή και γι᾽ αυτό. Διότι πού έκανε το ορατό θαύμα ο Κύριός μας; Μέσα στο σπίτι. Και τι έκανε εκεί πριν κάνη το θαύμα; Ο ευαγγελιστής Μάρκος λέει· «Και ελάλει αυτοίς τον λόγον» (Μαρκ. 2,2), εκήρυττε το λόγο του Θεού.

Ο λόγος του Κυρίου μας, αδελφοί μου, δεν είναι όπως ο λόγος των φιλοσόφων, των ρητόρων, των κοσμικών ανθρώπων. Ο λόγος του Κυρίου έχει χάρη και έλξη, προκαλεί θείο ρίγος, παλμό αιωνιότητος. Είναι μαγνήτης. Απόδειξις ότι, μόλις ο λαός της Καπερναούμ άκουσε ότι ο Χριστός είναι σε κάποιο σπίτι, αμέσως συγκεντρώθηκαν εκεί πλήθη. Διψούσαν για την αλήθεια. Και γέμισε, λέει, το σπίτι μέχρι και το προαύλιο. Βελόνα να έριχνες, δεν έπεφτε κάτω. Όλοι κρέμονταν από τα χείλη του Θεανθρώπου.

«Και ελάλει αυτοίς τον λόγον». Ο Χριστός είχε τη διδασκαλία ως κύριο έργο. Από την ώρα που εξήλθε στον δημόσιο βίο μέχρι τέλους το κήρυγμα ήταν η κυρία αποστολή του.

«Και ελάλει αυτοίς τον λόγον». Μιλούσε στα σπίτια, όπως βλέπουμε σήμερα. Μιλούσε στα προπύλαια του ναού του Σολομώντος, στις πλατείες και τους δρόμους, στην έρημο, στα ακρογιάλια. Μίλησε κάποτε και παρά το φρέαρ Συχαρ με την αμαρτωλή Σαμαρείτιδα. Ο Χριστός μιλούσε παντού. Κάθε τόπος που στεκόταν, γινόταν βήμα και άμβωνας. Κι αυτός ακόμη ο σταυρός, όπου τον ύψωσαν, έγινε παγκόσμιος άμβωνας, κι από ‘κει είπε τους επτά εκείνους λόγους του σταυρού, που έχουν βάθος ανεξιχνίαστο.

«Και ελάλει αυτοίς τον λόγον». Όχι δε μόνο ο ίδιος, αλλά και στους μαθητάς του ως κυρία αποστολή όρισε το κήρυγμα. Τι τους είπε· «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μαρκ. 16,15), «διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. 28,20). Αυτή ήταν η αποστολή τους, και την εξετέλεσαν.

Αλλά και οι διδάσκαλοι και πατέρες της Εκκλησίας κύριο έργο είχαν τον θείο λόγο. Δεν δίδασκαν μόνο τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές· δίδασκαν καθημερινώς. Ο Μέγας Βασίλειος δίδασκε δύο φορές την ημέρα, το πρωί και το βράδυ, όταν ερμήνευε την Εξαήμερο. Και ο άγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης ο Παλαμάς, που εορτάζουμε σήμερα, ήταν φίλος του κηρύγματος και της διδασκαλίας.

Γιατί, θα πείτε, ο Χριστός και η Εκκλησία αποδίδουν τόση σημασία στο λόγο του Θεού;

Απαντά το πρώτο (Α΄) κεφάλαιο της αγίας Γραφής, η αρχή του βιβλίου της Γενέσεως. Εκεί βλέπουμε, ότι ο λόγος του Θεού δημιουργεί. Όλη η δημιουργία έγινε δι’ αυτού. «Αυτός είπε, και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο, και εκτίσθησαν» (Ψαλμ. 148,5). «Γενηθήτω φως· και εγένετο φως» (Γέν. 1,3). Και αυτός ο άνθρωπος, η κορυφή της δημιουργίας, βγήκε από το θείο εργαστήριο δια του λόγου του Θεού· «Ποιήσωμεν άνθρωπον…» (έ.α. 1,26). «Αρχή μοι και υπόστασις το πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα…» (Νεκρ. ακολ.)· αρχή της δημιουργίας μου, λέει, έγινε το πρόσταγμά σου, ο λόγος σου. Αυτός είπε, και γεννηθήκαμε· αυτός θα πει, και θα πεθάνουμε.

Ο λόγος του Θεού θεραπεύει. Στο σημερινό ευαγγέλιο ο παράλυτος θεραπεύθηκε όχι με φάρμακα, δίαιτες, κλινικές κ.λπ., αλλά με το λόγο του Θεού· «Έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκόν σου» (Μαρκ. 2,11). Για φανταστείτε· όπως γυρίζεις το διακόπτη κι ανάβεις φως, με τόση κι ακόμη μεγαλύτερη ευκολία ο Χριστός είπε και θεραπεύθηκε.

Με το λόγο του Θεού λοιπόν γίνονται τα πάντα. Ο λόγος του Θεού δημιουργεί, ο λόγος του Θεού φωτίζει. Απόδειξις, ότι άνθρωποι που είχαν άγνοια και ζούσαν στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας, μόλις άκουσαν το λόγο του Θεού, υπέστησαν μια υπερφυσική αλλοίωση. Το μυαλό τους φωτίστηκε, η καρδιά τους θερμάνθηκε, η θέληση τους γαλβανίστηκε. Μετεβλήθησαν ριζικώς. Ήταν λύκοι κ’ έγιναν αρνιά, ήταν κοράκια κ’ έγιναν περιστέρια, ήταν κάρβουνα κ’ έγιναν διαμάντια. Δεν είναι λόγια αυτά. Διαβάστε τους βίους των αγίων, να το δείτε. Ο λόγος του Θεού είναι φως. «…Διότι φως τα προστάγματά σου επί της γης», λέει ο προφήτης Ησαΐας (Ἠσ. 26,9).

Ο λόγος του Θεού δημιουργεί, ο λόγος του Θεού φωτίζει, ο λόγος του Θεού αφυπνίζει. Όπως στο σπίτι βάζεις ξυπνητήρι και ξυπνάς, όσο βαθειά κι αν κοιμάσαι, γιατί έχεις εργασία, και όπως στο στρατό η σάλπιγγα σημαίνει εγερτήριο, έτσι μέσα στην Εκκλησία ξυπνητήρι και σάλπιγγα είναι ο λόγος του Θεού. Ο λόγος του Θεού κρατεί σε εγρήγορση και οπλίζει με τη ρομφαία του πνεύματος τους μαχητάς της Εκκλησίας -όπως ήταν οι πατέρες-, για να καταδιώξουν τις αιρέσεις.

Αφαιρέστε, αδελφοί μου, από την Εκκλησία το λόγο του Θεού, κατεβάστε από τον άμβωνα τους κήρυκες, και τότε τι θα συμβεί; Ότι και στο μαντρί, όταν λείψουν τα σκυλιά. Ποιμενικά σκυλιά της Εκκλησίας, που γαυγίζουν και διώχνουν τους λύκους των αιρέσεων, είναι οι κήρυκες. Αλλοίμονο στο μαντρί αν λείψουν τα σκυλιά, κι αλλοίμονο στην εκκλησία αν στερείται το λόγο του Θεού.

Ιδού τι σημασία έχει ο λόγος του Θεού. Γι’ αυτό οι ιερείς, οι επίσκοποι, οι θεολόγοι, οι ιεροκήρυκες, έχουν χρέος να κηρύττουν.

Αλλά και οι Χριστιανοί έχουν χρέος ν’ αγαπούν το λόγο του Θεού. Ο αληθινός Χριστιανός, λέει ο Μέγας Βασίλειος, πρέπει να ‘χει πολλά προσόντα. Πρέπει να ‘ναι πράος, υπομονετικός, ανδρείος και γενναίος, εύσπλαχνος και ελεήμων, φιλαλήθης, άνθρωπος αυταπαρνήσεως. Πρέπει… Δεκαπέντε πρέπει, δεκαπέντε προσόντα, αριθμεί ο Μέγας Βασίλειος σε μια θαυμάσια ομιλία για το ποιος είναι ο πραγματικός Χριστιανός. Πάνω απ’ όλα όμως, το γνώρισμα του αληθινού Χριστιανού είναι, ν’ αγαπά το λόγο του Θεού.

Δείξτε μου έναν άντρα ή μια γυναίκα, που αγαπά κι ακούει το λόγο του Θεού· γι’ αυτούς δεν αμφιβάλλω. Άνθρωπος που αρέσκεται να διαβάζει Ευαγγέλιο, που θεωρεί πνευματική απόλαυση να τρέχει στο κήρυγμα -«Ώς γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγιά σου, υπερ μέλι τω στόματί μου» (Ψαλμ. 118,103)-, αυτός δεν μπορεί παρά θα βαδίσει το δρόμο της αρετής. Όταν πάλι δείτε άνθρωπο να μην ανοίγει Ευαγγέλιο, να μη θέλει ν’ ακούσει λόγο Θεού και μόλις παρουσιάζεται ο κήρυκας του ευαγγελίου αυτός να φεύγει απο την εκκλησία, αυτός δεν αγαπάει το Θεό. Διότι όποιος αγαπάει το Θεό, αγαπάει και τα λόγια του.

Αδελφοί μου! Όταν κάποιος δεν έχει όρεξη για φαγητό, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι για ζωή, και τον κλαίει το σπίτι του. Έτσι και στα πνευματικά. Άρτος, μάννα ουράνιο, είναι ο λόγος του Θεού. Χριστιανός που δεν έχει όρεξη για λόγο Θεού, τον άρτο των αγγέλων «ώ τρέφονται ψυχαι Θεόν πεινωσαι», αυτός είναι για φέρετρο, για τον άδη, για την κόλαση.

Γι’ αυτό αγαπάτε, ακούτε και μελετάτε το λόγο του Θεού. Έτσι θα αυξάνει η Εκκλησία και θα δοξάζεται ο Χριστός μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα το άγιο, εις αιώνας αιώνων.

(†) Επίσκοπος Αυγουστίνος Kαντιωτης.

Saturday, April 21, 2018

Η Θεία Χάρις φεύγει... ( Γερόντισσα Μακρίνα )


Η Θεία Χάρις φεύγει από κατάκριση, θυμό, υπερηφάνεια και αισχρούς λογισμούς. 
Όταν αυτά τα προσέξει ο άνθρωπος, η Θεία Χάρις είναι μέσα στην ψυχή του ανθρώπου.


Γερόντισσα Μακρίνα

Tuesday, April 17, 2018

Έχεις όσα λένε οι μακαρισμοί του Χριστού; ( Άγιος Συμεών Νέος Θεολόγος )


Ο Χριστός και Θεός μας φωνάζει καθημερινά ολοκάθαρα διά του ευαγγελίου του, «μακάριοι είναι οι πτωχοί στο φρόνημα, διότι δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών».

Ακούγοντας λοιπόν εμείς αυτό οφείλουμε να προσέχουμε και να εξετάζουμε με ακρίβεια τους εαυτούς μας, αν είμαστε πραγματικά τέτοιοι πτωχοί, ώστε να είναι και δική μας η βασιλεία των ουρανών τόσο, ώστε να έχουμε με συναίσθηση της ψυχής σίγουρη την κτήση αυτής και τόσο να κατέχουμε τον πλούτο της, ώστε να αι­σθανόμαστε αδίστακτα ότι υπάρχουμε μέσα σ’ αυτήν και να ευφραινόμαστε εντρυφώντας με τα εκεί καλά. Διότι ο Κύριος είπε ότι αυτή βρίσκεται μέσα μας.
Σημεία και απόδειξη ότι αυτή βρίσκεται μέσα σε κάποιον, είναι ότι αυτός δεν επιθυμεί κανένα από τα ορώμενα και φθειρόμενα, εννοώ δηλαδή τα πράγματα και τα τερπνά του κόσμου αυτού, ούτε πλούτο,  ούτε δόξα, ούτε τρυφή, ούτε άλλη βιωτική ή σωματική απόλαυση, αλλά τόσο απέχει από όλα αυτά και με τόση αηδία διάκειται προς αυτά κατά τη ψυχή και προαίρεση, με όση διάκεινται εκείνοι που διαπρέπουν στην εξουσία και τη βασιλική τιμή προς εκείνους που ζουν επάνω σε πορνική σκηνή, και όσο αποστρέφονται τη δυσωδία και το βόρβορο όσοι φορούν καθαρά ρούχα και είναι αλειμμένοι με ευωδιαστό μύρο. 
Διότι εκείνος που περιστρέφεται γύρω από ένα πράγμα αυτών των ορωμένων ούτε είδε τη βασιλεία εκείνη των ουρανών ούτε οσφράνθηκε ούτε γεύθηκε την ευφροσύνη και γλυκύτητά της.

Και πάλι λέγει· «μακάριοι είναι εκείνοι που πενθούν, διότι αυτοί θα παρηγορηθούν». Ας δούμε λοιπόν πάλι και ας εξετάσουμε τους εαυτούς μας, αν έχουμε μέσα μας το πένθος, και τι εννοεί με την παρηγορία που ακολουθεί το πένθος. Πρώτα είπε ότι οι πτωχοί στο πνεύμα είναι μακάριοι, διότι δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. 

Οι πτωχοί όμως στο πνεύμα, όπως είπα­με, δεν έχουν καμμιά συμπάθεια προς τα παρόντα ούτε προσκολλούν προς αυτά με εμπάθεια τον λογισμό, έστω και γι’ απλή ευχαρίστηση. Πώς λοιπόν θα πενθήσει και γιατί αυτός που σιχάθηκε όλον τον κόσμο κι’ απομακρύνθηκε από αυτόν ως προς τη διάθεση του λογισμού περισσότερο, από όσο τον προσεγγίζει κατά το σώμα;

Αυτός που δεν έχει την επιθυμία σε κάτι από τα ορώμενα για ποιό πράγμα άραγε θα λυπηθεί ή θα χαρεί, και πώς θα πενθήσει εκείνος που έχει την βασιλεία των ουρανών και ευφραίνεται μέσα σ’ αυτήν καθημερινά; Διότι είπε ότι εκείνοι που πενθούν δέχονται την παράκληση. Αλλά προσέχετε, παρακαλώ, τα λεγόμενα και θα αντιληφθείτε το νόημα και τον σκοπό του λε­γομένου.

Ο πιστός άνθρωπος, που προσέχει πάντοτε με ακρίβεια τις εντολές του Θεού, όταν εκτελέσει όλα τα οριζόμενα από τις θείες εντολές και ανεβάσει τη διάνοιά του προς το ύψος αυτών, δηλαδή προς την άψογη διαγωγή και καθαρότητα, τότε εξετάζοντας τα μέτρα του, θα βρει ότι είναι ασθενής και ανίκανος να φθάσει στο ύψος εκείνο των εντολών, θα βρει ότι είναι πολύ πτωχός, δηλαδή ανάξιος να υποδεχθεί τον Θεό, να του αποδώσει ευχαριστία και να τον δοξολογήσει, διότι δεν απέκτησε ακόμη κανένα δικό του αγαθό.

Αυτός που με συναίσθηση ψυχής σκέ­πτεται αυτά για τον εαυτό του θα πενθήσει οπωσδήποτε με το μακαριότατο πραγματικά πένθος, το οποίο και την παρηγορία δέχεται και πραεία καθιστά τη ψυχή.

Η προκαλούμενη δηλαδή από το πένθος παρηγοριά είναι αρραβώνας της βασιλείας των ουρανών. Διότι η πίστη, κατά τον απόστολο, είναι υπόσταση ελπιζομένων πραγμάτων, παρηγο­ρία είναι η γινομένη από την έλλαμψη του Πνεύματος επιδημία του Θεού στις ψυχές που πενθούν, που τις βραβεύει για την ταπεινοφροσύνη τους, η οποία ονομάζεται και σπόρος και τά­λαντο. 

Αυτή, αυξανόμενη και πολλαπλασιαζόμενη στις ψυχές των αγωνιστών καρποφορεί για τον Θεό κατά τριάντα και εξήντα και εκατό, καρπό άγιο των χαρισμάτων του Πνεύματος. Διό­τι, όπου υπάρχει αληθινή ταπείνωση, εκεί υπάρχει και βυθός ταπεινοφροσύνης· και όπου υπάρχει ταπεινοφροσύνη, εκεί υπάρχουν και ελλάμψεις του Πνεύματος. 

Και όπου υπάρχουν οι ελλάμψεις του Πνεύματος, εκεί υπάρχει φωτοχυσία Θεού και Θεός με σοφία και γνώση των μυστηρίων του. Όπου πάλι υπάρχουν αυτά, εκεί υπάρχει βασιλεία ουρανών και επίγνωση βασιλείας και οι κρυμμένοι θησαυροί της γνώσεως του Θεού, μεταξύ των οποίων είναι η φανέρωση της πνευματικής πτωχείας.

Όπου τέ­λος υπάρχει αίσθηση πνευματικής πτωχείας, εκεί υπάρχει και το χαρμόσυνο πένθος, εκεί και τα αδιάκοπα χυνόμενα δάκρυα, που καθαρίζουν τη ψυχή που τ’ αγαπά και την καθιστούν τελείως φωτεινότατη.

Μ’ αυτά λοιπόν ανυψούμενη η ψυχή και αναγνωρίζοντας τον Δεσπότη της, αρχίζει να καρποφορεί με ζήλο τις άλλες αρετές για τον εαυτό της και τον Χριστό. Και εύλογα. Διότι, ποτιζόμενη πάντοτε και λιπαινόμενη με τα δάκρυα και σβήνοντας τε­λείως το θυμοειδές της γίνεται ολόκληρη πραεία και ακίνητη εντελώς προς την οργή, και επιθυμεί και ορέγεται, καθώς πεινά και διψά συγχρόνως, να μάθει τα δικαιώματα του Θεού.

Έτσι γίνεται και ελεήμων και συμπαθής, ώστε με όλα αυτά να καθί­σταται καθαρή η καρδιά της, και αυτή να φθάνει σε οπτασία του Θεού και να βλέπει καθαρά τη δόξα του σύμφωνα με την υπό­σχεση. 

Αυτοί λοιπόν που έχουν τέτοιες τις ψυχές τους είναι πραγματικά ειρηνοποιοί και ονομάζονται υιοί του Υψίστου, οι οποίοι και γνωρίζουν καθαρά τον Πατέρα και Δεσπότη τους, και τον αγαπούν με όλη τη ψυχή τους, υπομένοντας γι’ αυτόν κάθε πόνο και κάθε θλίψη, υβριζόμενοι, περιπαιζόμενοι, στενοχωρούμενοι για χάρη της δικαίας εντολής του, την οποία μας πα­ρήγγειλε να φυλάσσουμε, και ονειδιζόμενοι και διωκόμενοι, υπομένουν με χαρά κάθε πονηρό λόγο εκφερόμενο εναντίον τους ψευδώς χάριν του ονόματός του, νοιώθοντας αγαλλίαση διότι γενικά αξιώθηκαν ν’ ατιμασθούν από ανθρώπους για την αγάπη του.

Μάθετε καλά, αδελφοί, το αληθινό εκτύπωμα της σφραγίδας του Χριστού. Αναγνωρίστε, οι πιστοί, τις ιδιότητες του χαρα­κτήρα της. Μια πραγματική σφραγίδα υπάρχει, η έλλαμψη του Πνεύματος, αν και πολλές είναι οι όψεις των ενεργειών της και πολλά τα γνωρίσματα των αρετών της, των οποίων πρώτο και αναγκαιότερο είναι η ταπείνωση ως αρχή και θεμέλιο, διότι, λέ­γει, «προς ποίον θα ρίψω τα μάτια μου, παρά προς εκείνον που είναι πράος και ήσυχος και τρέμει τους λόγους μου;»· δεύτερο είναι το πένθος και η πηγή των δακρύων, για τα οποία θέλω να πω πολλά, αλλά στερούμαι τα λόγια με τα οποία επιθυμώ να εκφράσω τα σχετικά με αυτά. 

Πράγματι είναι θαύμα ανεκλάλητο, διότι τα δάκρυα που τρέχουν διά μέσου των αισθητών οφθαλμών εκπλύνουν νοερά την ψυχή από το βόρβορο των αμαρτημάτων και πέφτοντας στη γη φλέγουν και συντρίβουν τους δαίμο­νες και ελευθερώνουν τη ψυχή από τα αόρατα δεσμά της αμαρτίας.

Ω δάκρυα, τα οποία αναβλύζετε από την θεία έλλαμψη και διανοίγετε τον ίδιο τον ουρανό και μου προξενείτε θεία παρηγοριά. Διότι πάλι και πάλι, κυριευμένος από ηδονή και πόθο, λέγω τα ίδια. Όπου υπάρχει πλήθος δακρύων, αδελφοί, συνοδευόμενο από γνώση αληθινή, εκεί υπάρχει και απαύγασμα θείου φωτός.

Και όπου υπάρχει απαύγασμα φωτός, εκεί υπάρχει χορη­γία όλων των καλών και η σφραγίδα του αγίου Πνεύματος φυτευμένη στην καρδιά, από το οποίο προέρχονται όλοι οι καρποί της ζωής· από εδώ καρποφορείτε για τον Χριστό πραότητα, ει­ρήνη, ελεημοσύνη, συμπάθεια, χρηστότητα, αγαθωσύνη, πίστη, εγκράτεια, από εδώ προέρχεται το ν’ αγαπά κανείς τους εχθρούς, και να εύχεται γι’ αυτούς, να χαίρεται κατά τους πειρασμούς και να υπερηφανεύεται στις θλίψεις, να θεωρεί δικά του τα ξένα πταίσματα και να κλαίει γι’ αυτά, το να προσφέρει τη ζωή του πρόθυμα σε θάνατο για τους αδελφούς του.
 
Ας προσέξουμε λοιπόν, αδελφοί, και ας εξετάσουμε με ακρίβεια τους εαυτούς μας και ας γνωρίσουμε τις ψυχές μας, αν υπάρ­χει μέσα μας αυτή η σφραγίδα. Ας γνωρίσουμε από τα αναφερθέντα σημεία, αν είναι μέσα μας ο Χριστός.

Ακούσατε, παρακαλώ, Χριστιανοί αδελφοί, και ανανήψατε και εξετάσατε αν έλαμψε στις καρδιές σας το φως, αν θεωρήσατε το μεγάλο φως της επιγνώσεως, αν σας επισκέφθηκε η ανατολή από ψηλά φωτίζο­ντας εκείνους που κάθονται στο σκότος και στη σκιά θανάτου και ας απευθύνουμε διαρκώς δοξολογία και ευχαριστία στον αγαθό Δεσπότη που μας τη δώρισε και ας αγωνισθούμε να θρέψου­με αφθονότερα το διά της εργασίας των εντολών μέσα μας θείο πυρ, διά του οποίου συνήθως το θείο φως φέγγει περισσότερο και λαμπρότερα.

Αν όμως δεν λάβαμε ακόμη τον Χριστό ή τη σφραγίδα του και δεν διακρίνουμε τα προαναφερθέντα σημεία μέσα μας, αλλά αντίθετα μάλλον ζει μέσα μας ο δόλιος κόσμος και εμείς ζούμε δυστυχώς σ’ αυτόν, νομίζοντας ότι τα πρόσκαιρα είναι κάτι σπουδαίο, και υποκύπτουμε στις θλίψεις και στενοχωρούμαστε για τις ζημίες και ευφραινόμαστε, αλλοίμονο πόση ζημία, αλλοίμονο ποιά άγνοια και σκότιση, αλλοίμονο πόση τα­λαιπωρία και αναισθησία, από τα οποία κυριαρχούμαστε και από τα οποία αποσπόμαστε προς τα γήινα. 

Είμαστε πραγματικά ελεεινοί και πανάθλιοι και ξένοι προς την αιώνια ζωή και τη βασιλεία των ουρανών, μη έχοντας αποκτήσει μέσα μας τον Χρι­στό, αλλ’ έχοντας μέσα μας τον κόσμο ζωντανό, αφού μέσα σ’ αυτόν ζούμε και τα γήινα σκεπτόμαστε. 

Αυτός όμως που βρίσκεται σ’ αυτήν την κατάσταση είναι πραγματικός εχθρός του Θεού· διότι το πάθος για τον κόσμο αποτελεί έχθρα για τον Θεό, όπως λέγει ο θείος απόστολος· «μην αγαπάτε τον κόσμο ούτε τα του κόσμου», διότι κανείς δεν μπορεί να δουλεύει στον Θεό και να ζει κατά τον κοσμικό άνθρωπο, επειδή όλα τα εγκόσμια είναι εμπόδια της αγάπης και ευαρεστήσεως προς τον Θεό.

Πραγματικά ποιος, που αγαπά τη δόξα και την τιμή από ανθρώπους, θα θεωρήσει ποτέ τον εαυτό του τελευταίο και ευτελέστερο όλων, και θα γίνει ταπεινός πνευματικά ή συντριμμένος στην καρδιά ή θα μπορέσει γενικά ποτέ να πενθήσει; 
Ποιος, που αγαπά τον πλούτο και είναι κυριαρχημένος από φιλαργυρία και φιλοκτημοσυνη, θα γίνει ελεήμων και συμπαθής, και δεν θα είναι αγριότερος και σκληρότερος από κάθε θηρίο; 

Ποιος που κυ­ριαρχείται από κενοδοξία και κατέχεται από αλαζονεία, θ’ απαλλαγεί ποτέ από φθόνο και ζήλεια; Αυτός πάλι που κάμπτεται και από τα πάθη της σάρκας και κυλιέται στο βόρβορο των ηδονών, πότε θα γίνει καθαρός στην καρδιά ή πότε και πώς θα δει τον Θεό που τον δημιούργησε;

Πώς επίσης θα είναι ειρηνοποιός όποιος αποξένωσε τον εαυτό του από τον Θεό και δεν ακούει εκείνον που λέει, «πρεσβεύουμε υπέρ του Χριστού, αφού ο Θεός συμβουλεύει μέσω ημών συμφιλιωθείτε με τον Θεό»;

Διότι ο καθένας που με την παράβαση των εντολών ανθίσταται και πολεμά τον Θεό, αυτός, ακόμη και αν κάνει όλους να ειρηνεύουν μεταξύ τους, είναι εχθρός του Θεού, επειδή και αυτό που κάνει, συμφιλιώνοντας αυτούς μεταξύ τους, δεν το κάνει όπως αρέσει στον Θεό.

Διότι, αφού είναι αυτός πρώτος εχθρός του εαυτού του και του Θεού, γίνονται εχθροί του Θεού και όσοι ειρηνεύουν μέσω τέτοιων ανθρώπων.

Οπωσδήποτε δηλαδή ο εχθρικά διακείμενος προς κάποιον δεν γνωρίζει να συμβουλεύει σωστά άλ­λους τα πιστευτά και αρεστά στον εχθρό και να τους διδάσκει να εκτελούν τα θελήματα εκείνου, επειδή το γεγονός και μόνο ότι ζει αποχωρισμένος από αυτόν του γίνεται αιτία άγνοιας των επιθυμιών εκείνου, και όχι μόνο αυτό, αλλά επειδή διάκειται προς αυτόν με εμπάθεια και απέχθεια και έχει διαρκώς το μέλημα να βαδίζει ενάντια προς τα θελήματα εκείνου, δημιουργεί κάποια συνήθεια, ώστε, και αν κάποτε θελήσει αυτός να διδάξει άλλους τα τελούμενα προς λατρεία εκείνου, να μη μπορεί εύκολα.

(Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κατηχητικός Λόγος Β΄, Ε.Π.Ε Φιλοκαλία των νηπτικών και Ασκητικών 19Γ΄, σ. 323-333)

pemptousia.gr 
http://anavaseis.blogspot.ca

Saturday, April 14, 2018

ΟΙ 3 ΒΑΘΜΟΙ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ( Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου )


ΟΙ 3 ΒΑΘΜΟΙ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΩΝ
1) ΘΑΝΑΣΙΜΑ. 2) ΣΥΓΓΝΩΣΤΑ. 
3) ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ. 
1) Θανάσιμα εἶναι τὰ προαιρετικά ἐκείνα ἁμαρτήματα, ὄπου φθεῖρουν, ἢ τὴν πρὸς Θεὸν ἀγάπην μόνην, ἢ τὴν πρὸς τὸν πλησίον ὁμοῦ καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ἀποκατασταίνουν ἐκείνον ὄπου τὰ κάνει, ἐχθρὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔνοχον εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον τῆς κολάσεως.
Ταύτα τὰ καθολικώτερα εἶναι : Ἡ ὑπερηφάνια, ἡ φιλαργυρία, ἡ πορνεία, ὁ φθόνος, ἡ γαστριμαργία, ὁ θυμὸς καὶ ἡ ακηδία ἤτοι ἀμέλεια.
Τῆς μὲν ὑπερηφανίας ἐνέργειαι καὶ ἀποτελέσματα εἶναι ταύτα : Κενοδοξία, καύχησις, οἴησις, φιλοτιμία, ἀνυποταξία, καταγέλασις, ὑπόκρισις, τὸ πεῖσμα καὶ ἄλλα. Τῆς δὲ φιλαργυρίας ταῦτα : Πλεονεξία, ἀνελεημοσύνη, σκληρότης τῆς καρδίας, κλεψιά, ἀρπαγή, ψεύδος, ἀδικία, δολιότης, ἐπιορκία, σιμωνία, ἰεροσυλία, ἀπιστία, καὶ τὸ διάφορον τῶν ἄσπρων. Τῆς πορνεῖας ταύτα : Μοιχεία, ἀρσενοκοιτία, κτηνοβατία, αἰμομιξία, παιδοφθορία, παρθενοφθορία, συγκυλισμός, μαλακία, ἀναίδεια, τύφλωσις τοῦ νοός καὶ ἀθεοφοβία. Τοῦ φθόνου ταύτα : Ἐπιβουλή, ἔχθρα, χαιρεκακία, φιλονεικία, καταλαλιά, ἀπάτη, προδοσία, φόνος, ἀχαριστία, λύπη ἐπὶ τοῖς καλοῖς τοῦ φθόνουμένου. Τῆς γαστρίμαργίας ταύτα : Λαιμαργία, μέθη, ἀσωτεία, καρηβαρία, λαγνεία, ἀκηδία καὶ ἄλλα. Τοῦ θυμοῦ ταύτα : Βλασφημία, μίσος, μνησικακία, φιλονεικία, ἐπιορκία, κατάρα, ὔβρις, μάχη, διαπληκτισμός καὶ φόνος. Τῆς ἀκηδίας ταύτα : Μικροψυχία, θηλυπρέπεια, λύπη καὶ ἀγανάκτησις διὰ τὸ καλό ποὺ ἔχει νὰ κάνει, προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, ἀπόγνωσις, ἀπιστία καὶ νοθρώτης καὶ ἔλειψις τῶν καλῶν ὄπου ἐδύνατο νὰ πράξει. Σημείωσε δέ καὶ τούτο, ὅτι τὰ θανάσιμα ταύτα νοούνται ὡσάν πάθη τινὰ καὶ ἔξεις ἐριζωμέναι εἰς τὴν ψυχήν, ἀφ’ ὥν βλαστάνουν τὰ ἀνωτέρω ἀποτελέσματα. Καὶ ὅτι, ἄλλα ἐξ, αὐτῶν εἶναι μεγαλύτερα, καὶ ἄλλα μικρότερα· ἄλλα εἶναι αἴτια τῶν ἄλλων, καὶ ἄλλα αἰτιατά, ὡς εἶδες, ὅτι ἀπὸ τὴν γαστριμαργία γεννάται ἡ λαγνεία, καὶ ἡ ἀκηδία· καὶ ὅτι ἄλλα ἐξ αὐτῶν γεννοῦν διάφορα ἀποτελέσματα, καὶ ἄλλα γεννοῦν τὰ αὐτά, καθῶς ὁ φθόνος καὶ ὁ θυμὸς γεννοῦν τὸν φόνο καὶ τὴν φιλονεικία. (Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου – σελ.15)


2) Συγγνωστὰ δὲ εἶναι ἐκείνα τὰ προαιρετικά ἁμαρτήματα, ὅπου δὲν φθεῖρουν τὴν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ τὸν πλησίον ἀγάπην, μηδὲ κατασταίνουν τὸν ἄνθρωπον ἐχθρὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἔνοχον εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον, εἰς τὰ ὁποία εἶναι ὑποκείμενοι καὶ αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι, κατὰ τὸ ρητὸν τοῦ ἀδελφοθέου ''Πολλὰ γὰρ πταίομεν ἄπαντες'' ( Ἰάκ-3,2). Καὶ τὸ τοῦ Ἰωάννου «Ἐὰν εἴπωμεν, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἐαυτοὺς πλανώμεν» (Α΄-Ἰωάν. 1,8) καὶ κατὰ τὸν ρκέ, ρκστ', ρκζ', κανόνα τῆς ἐν Καθαργενή. Ταύτα δέ εἶναι κατὰ τὸν Κορέσιον καὶ τὸν Χρύσανθον, ὁ ἀργὸς λόγος, ἡ πρώτη κίνησις καὶ ταραχή τοῦ θυμοῦ, ἡ πρώτη κίνησις τῆς ἐπιθυμίας, ἡ πρώτη κίνησις τοῦ μίσους, τὸ παιγνιώδες ψεύδος, ὁ κατὰ πάροδον φθόνος, ἤτοι ὁ κοινῶς λεγόμενος ζῆλος, ὅστις εἶναι λύπη μικρὰ διὰ τὰ καλὰ τοῦ πλησίον, καὶ τὰ ὅμοια. Συγγνωστὰ δὲ γίνονται τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ σῶμα θανάσιμα ἀμαρτήματα, ὄταν ἔλθουν εἰς μόνην τὴν διάνοιαν καὶ τὸν λόγον· δηλ. ἡ θανάσιμος πορνεία, ὅταν συλληφθή ἐν τῆ ἐπιθυμία καὶ διανοία ἢ καὶ λαληθεῖ δι’ αἰσχρολογίας εἶναι συγγνωστή· διὸ καὶ ὁ Ἀδελφόθεος εἶπεν ''Η ἐπιθυμία συλλαβούσα, τίκτει ἁμαρτίαν, (συγγνωστὴν δηλαδὴ) ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθείσα (διὰ τοῦ σῶματος καὶ τοῦ ἔργου) ἀποκυεῖ θάνατον''. Ὁμοίως καὶ ἡ τῷ λόγῳ ἀνήκουσα θανάσιμος ἐὰν γίνει μόνον μὲ τὸν νοῦν, εἶναι συγγνωστὴ· δηλ. ἡ θανάσιμος βλασφημία, ὅταν γίνεται ἐν μόνω τὸ νοῒ ἁκουσίως, εἶναι συγγνωστή. Καὶ ἀπλῶς εἰπεῖν, τὰ γινόμενα θανάσιμα εἰς τὰ κατώτερα καὶ χονδρότερα μέρη, ὅταν γίνονται εἰς τὰ ἀνώτερα καὶ λεπτότερα μέρη, εἶναι συγγνωστά. (Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου – σελ.17)

3)Ἁμαρτήματα τῆς ἐλλείψεως ὁνομάζονται ἐκεῖνα τὰ καλὰ ἔργα, ἢ λόγια, ἢ νοήματα, ὅπου ἐδύνατο τινὰς νὰ κάνει ἢ νὰ νοήσει, ὅμως ἀμέλησε καὶ δὲν τὰ ἔκανε, οὕτε τὰ εἶπε, οὕτε τὰ ἐννόησε. Ἁμαρτήματα τῆς ἐλλείψεως λέγονται, καὶ ὅσα κακὰ ἐδύναντο καὶ εἴχαν τὸν τρόπον νὰ ἐμποδίσουν τινές, λόγω, ἢ ἔργω, καὶ δὲν τὰ ἐμπόδισαν· διὰ τούτο καὶ ἐπιτιμώνται παρομοίως μὲ ἐκείνους, ὅπου τὰ κάνουν, κατὰ τὸν κέ. Κανόνα τῆς ἐν Ἁγκύρα, τὸν οά. Κανόνα τοῦ Μεγ. Βασιλείου, καὶ τὸν κέ. Κανόνα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ. Ἡξεύρω πολὺ καλά, ὅτι τὰ ἁμαρτήματα ταύτα τῆς ἐλλείψεως, οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ γνωρίζουν πῶς εἶναι ὅλως ἁμαρτήματα· διότι ὁλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, ὅπου στοχάζονται διὰ ἁμαρτίαν ἄν δὲν ἔκαμαν τὴν τάδε ἐλεημοσύνη, ὅπου ἐδύναντο νὰ δώσουν εἰς τὸν πλησίον, ἢ νὰ κάνουν τὴν τόσην προσευχήν, ἡ ἄλλην ἀρετήν. Ἀλλ' ὅμως καὶ τούτο ἡξεύρω καλώτατα, ὅτι ὁ Θεὸς καὶ διὰ αὐτὰ ἔχει νὰ ζητήσει λογαρια-σμὸν ἐν ἡμέρα κρίσεως. Ποιὸς μᾶς βεβαιώνει; Τὸ παράδειγμα τοῦ ὁκνηροῦ ἐκεῖνου δούλου, ὅπου εἴχε τὸ ἔνα τάλαντον, καὶ τὸ ἔχωσεν εἰς τὴν γῆ, ὁ ὁποίος κατεδικάσθει, ὅχι διατὶ ἔκαμε καμμίαν ἁμαρτίαν, ἢ ἀδικίαν εἰς τοῦτο· ἀλλ' ὅτι δυνάμενος νὰ τὸ αὐξήσει, ἀμέλησε καὶ δὲν τὸ αὔξησεν. Μᾶς βεβαιώνει καὶ τὸ παράδειγμα τῶν πέντε μωρῶν παρθένων, αἱ ὀποίαι κατεκρίθησαν ὅχι δι' ἄλλο, ἀλλὰ διὰ μόνην τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἐλαίου. Καὶ ἡ παράστασις τῶν ἐξ ἀριστερῶν ἐστῶτων ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποίοι ἔχουν νὰ κατακριθοῦν, ὅχι διατὶ ἕκαμαν καμμία ἁμαρτία, ἀλλὰ διατὶ ἔλειψαν καὶ δὲν ἡλέησαν τὸν ἀδελφὸν τους «Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν'' (Ματθ-25,42) (Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου σελ. 19)

Tuesday, April 10, 2018

Μπροστά στην ώρα του θανάτου… ( Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς )

Πρόσφατα ρώτησα έναν υγιή ηλικιωμένο, τι θα ήθελε περισσότερο σ’ αυτό τον κόσμο από το Θεό. Βάζοντας το χέρι στο στήθος, μου απάντησε:

-Το θάνατο και μόνο το θάνατο!
-Και πιστεύεις στη ζωή μετά το θάνατο;
-Ακριβώς επειδή το πιστεύω, επιθυμώ όσο πιο σύντομα το θάνατο, είπε ο γέρων.

Οι άπιστοι τρέμουν το θάνατο, επειδή ισχυρίζονται ότι ο θάνατος είναι η πλήρης εξαφάνιση της ζωής. Πολλοί πιστοί πάλι, φοβούνται το θάνατο επειδή νομίζουν ότι δεν έχουν ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις τους στον κόσμο αυτό, δεν έβαλαν τα παιδιά τους σε μια σειρά, ή δεν αποτελείωσαν αυτό που έχουν ξεκινήσει.
Ακόμη και κάποιοι άγιοι άνθρωποι, φοβήθηκαν κατά την ώρα του θανάτου. Όταν οι Άγγελοι κατέβηκαν για να παραλάβουν τον Όσιο Σισώη, εκείνος ο αγγελικός άνθρωπος προσευχόταν να τον αφήσουν λίγο ακόμη σ’ αυτή τη ζωή για να μετανοήσει και να προετοιμαστεί για την άλλη ζωή.

Οι Άγιοι λοιπόν, δεν φοβόταν το θάνατο αλλά την κρίση του Θεού μετά το θάνατο.
Δίχως την πίστη στην άλλη, την ουράνια ζωή, ο φόβος γίνεται σκοινί γύρω από το λαιμό με το οποίο ο θάνατος έλκει τους καταδίκους στο λαρύγγι του. Η ζωή για τον άπιστο, δεν είναι άλλο από τον άνεμο του θανάτου, άνεμο που φυσά και καταρρίπτει την πεθαμένη του στάχτη και την απονεκρώνει. Αν ο άπιστος σκεφτόταν λογικά μέχρι τέλους, θα έπρεπε να ομολογήσει ότι ζωή στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Γι’ αυτόν ο θάνατος είναι η μόνη του πίστη, η μόνη αιώνια δύναμη! Ο Θάνατος είναι ο μοναδικός Θεός.

Για μας πάλι, τους χριστιανούς, ο θάνατος είναι η λήξη ενός σχολείου, το σήμα της απολύσεως μιας στρατιωτικής θητείας, η γέφυρα για την επιστροφή στην πατρίδα. Ουσιαστικά, ο θάνατος καθαυτός, είναι γι’ αυτούς που πιστεύουν στο Χριστό ένα τίποτα.
Εκείνος είπε στη Μάρθα: «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται…» (Ιω.11, 25-26). Ποιον θα πιστέψουμε αν όχι το Χριστό; Στους ανθρώπους δεν μπορείς να πιστέψεις ούτε και όταν σου λένε το όνομά τους, πολύ λιγότερο όταν λένε: θα σε πληρώσω αύριο και ακόμα πιο λίγο όταν μιλούν για πράγματα βαθιά και υψηλά.

Εκτός από τον Υιό του Θεού, κανείς δε γνωρίζει τίποτα, ούτε για το θάνατο, ούτε και για εκείνο που μας περιμένει μετά το θάνατο. Εκείνος τα γνώριζε και μας τα φανέρωσε και τα έδειξε. «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Ά Κορ. 15,54), κατά το λόγο του Αποστόλου. Τι έχουμε λοιπόν να φοβηθούμε απ’ αυτό που κατεπόθη από την ανάσταση του Χριστού; Δεν προσκολλάται ο φόβος του θανάτου πάνω σ’ εκείνους που είναι προσκολλημένοι στο Χριστό, τον Νικητή του θανάτου και Δωρεοδότη.
Όμως, παραμένει ένας φόβος συνειδητός και δικαιολογημένος. Είναι ο φόβος που ένοιωθαν ακόμα και οι ψυχές των Αγίων μπροστά στο θάνατο. Αυτό δεν είναι φόβος του θανάτου αλλά της μη προετοιμασίας για την αθάνατη ζωή, είναι φόβος εξαιτίας της ακαθαρσίας της ψυχής. Επειδή οι ακάθαρτοι δεν θα δουν το Θεό και την αληθινή ζωή στην Βασιλεία των Ουρανών.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Friday, April 6, 2018

Μεγάλη Παρασκευή Πρωί: «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» ( ἐπίσκοπος Αυγουστίνου Καντιώτη )



Μεγάλη Παρασκευὴ εἶνε σήμερα, ἀγαπητοί μου συναμαρτωλοὶ ἀδελφοί, ἡμέρα ἱερὰ γεμάτη ἀναμνήσεις, ἡμέρα ποὺ προκαλεῖ ῥίγη συγκινήσεως καὶ δάκρυα. Ἂς βγάλουμε τὴν ὥρα αὐτὴ ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ μυαλό μας κάθε ἰδέα γήινη, κάθε ῥυπαρὴ σκέψι καὶ λογισμό, ἂς καθαρίσουμε τὴ διάνοιά μας, καὶ μὲ τὰ φτερὰ τῆς φαντασίας ἂς διασχίσουμε τὶς ἀποστάσεις καὶ τοὺς αἰῶνες, κι ἂς ἐπισκεφθοῦμε νοερὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους.
Μπορεῖ κανεὶς νὰ πάῃ ἐκεῖ κι ὅμως νὰ μὴν εἶνε ἐκεῖ, καὶ μπορεῖ νὰ μὴν πάῃ σωματικὰ στοὺς Ἁγίους Τόπους κι ὅμως νά ᾽νε ἐκεῖ ψυχικά.Ἂς βρεθοῦμε λοιπὸν τώρα μὲ τὴ σκέψι μας στὸ μέρος ἐκεῖνο ποὺ λέγεται Κρανίου τόπος ἢ Γολγοθᾶς· ἐκεῖ ποὺ παίχθηκε τὸ δρᾶμα τῶν δραμάτων, ἐκεῖ ποὺ δόθηκε ἡ μεγάλη μάχη μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους, ἀληθείας καὶ ψεύδους. Ἐκεῖ, στὸ Γολγοθᾶ, εἶνε τώρα ὁ ἐσταυρωμένος Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.
Θεαταὶ τῆς θυσίας του εἶνε πολλοί. Ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ τὰ τάγματα τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, τὰ Χερουβὶμ καὶ Σεραφίμ, ποὺ ἀπὸ τὰ θεωρεῖα τῆς αἰωνιότητος βλέπουν τὸ δρᾶμα, ἀγανακτοῦν κ᾽ εἶνε ἕτοιμοι μὲ τὶς πύρινες ῥομφαῖες τους νὰ σαρώσουν τοὺς δημίους.Θεαταὶ ἀπ᾽ τὴ γῆ εἶνε ὁ ὄχλος ἐκεῖνος, ποὺ πρὶν τέσσερις μέρες, τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἐκραύγαζε «Ὡσαννά» (Ματθ. 21,9. Μᾶρκ. 11,9-10. Ἰω. 12,13) καὶ τώρα εἶνε κάτω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ γιὰ νὰ ἐμπαίξῃ.Θεαταὶ εἶνε ἀκόμα οἱ εἰδωλολάτρες στρατιῶτες , τὸ ἀπόσπασμα ποὺ μὲ ἐπὶκεφαλῆς τὸν ἑκατόνταρχο (λοχαγό) ἔλαβε ἐντολὴ ν᾽ ἀνεβῇ στὸν Κρανίου τόπον καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασι τοῦ Ἰουδαϊκοῦ δικαστηρίου. Οἱ ἀγροῖκοι αὐτοὶ ῾Ρωμαῖοι, ποὺ ἔχουν λάβει μέρος σὲ μάχες καὶ συνήθισαν νὰ βλέπουν τὸ ἀνθρώπινο αἷμα νὰ χύνεται, εἶνε ἀδιάφοροι· ἢ μᾶλλον ὄχι ἀδιάφοροι, ἀλλὰ συνεχίζουν τὸν ἐμπαιγμὸ ποὺ ἔκαναν μέσα στὸ πραιτώριο τοῦ Πιλάτου.
Παρακολουθοῦν τὴν ἐκτέλεσι, παίζουν ζάρια κάτω ἀπ᾽ τὸ σταυρό, καὶ πίνουν ποτά…Ἀλλὰ ξαφνικὰ ὁ μεσαῖος ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἐσταυρωμένους, ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ἑλκύειτὴν προσοχή τους. Βλέπουν ὅτι διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι βλαστημοῦν, καταριῶνται τὴ μέρα ποὺ γεννήθηκαν, ἐκσφενδονίζουν ὕβρεις σὲ ὅλους, ἐνῷ ὁ Ἐσταυρωμένος αὐτὸς σιωπᾷ . Ἡ σιωπή του εἶνε μυστηριώδης, σιωπὴ ποὺ προκαλεῖ συγκίνησι. Σιωπᾷ ὁ Χριστός.Κι ὅταν ἀνοίγει τὰ ἄχραντα χείλη του γιὰ νὰ πῇ τοὺς ἑπτὰ λόγους τοῦ σταυροῦ , τὰ λόγια του αὐτὰ δὲν εἶνε κατάρες, εἶνε εὐλογίες, λόγια ποὺ προκαλοῦν βαθειὰ ἐντύπωσι σὲκάθε ἀκροατὴ καὶ θεατή. Αὐτὰ τὰ λόγια τὰ πρόσεξαν οἱ σταυρωταὶ τοῦ Χριστοῦ μας. Οἱ στρατιῶτες τοῦ ἀποσπάσματος ἄκουσαν τὸ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34) , ἄκουσαν τὸ «Διψῶ» (Ἰω. 19,28) , ἄκουσαν τὸ «Ἠλὶ Ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί;» «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνα τί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46. Μᾶρκ. 15,34) , ἄκουσαν καὶ τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30).
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἄκουσαν καὶ διαλογίζονταν· Ποιός νά ᾽νε αὐτὸς ἆραγε; αὐτὸς διαφέρει τελείως ἀπὸ τοὺς ἄλλους καταδίκους… Κι ὅταν μετὰ τὸ μεσημέρι εἶδαν τὸν ἥλιο νὰ σκοτεινιάζῃ, τὸ σκοτάδι ν᾽ ἁπλώνεται σ᾽ ὅλη τὴν κτίσι, τὴ γῆ νὰ σείεται καὶ τὰ μνήματα ν᾿ ἀνοίγουν, τότε πλέον πίστεψαν.
Δὲν τοὺς ἔμεινε κανένας δισταγμὸς ἢ ἀμφιβολία, καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἑκατόνταρχο εἶπαν κατατρομαγμένοι· «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» (Ματθ. 27,54)· αὐτὸς πραγματικὰ δὲν εἶνε τυχαῖος, ἔχει ὑπερφυσικὴ προέλευσι, εἶνε Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Θεὸς ἀληθινός.
Ἀπὸ τότε ποὺ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ ἑκατόνταρχος ἔχουν περάσει –μετρῆστε–εἴκοσι περίπου αἰῶνες. Καὶ ἡ μαρτυρία - ὁμολογία αὐτὴ δὲν ἔμεινε μόνη· ἐπαναλαμβάνεται καὶ συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Πολλές, ἀναρίθμητες μαρτυρίες λένε, ὅτι ὄντως ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός, Θεάνθρωπος . Ἔχουμε ἀποδείξεις; Ἔχουμε. Ποιές εἶν᾽ αὐτές; Ἀναφέρω μερικές·
⃝«Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος». Τὸ φωνάζειπρῶτα - πρῶτα ἡ διδασκαλία του. Ἀνοῖξτε τὰκείμενα ὅλων τῶν θρησκειῶν, διαβάστε τὰ βιβλία τῶν φιλοσόφων, ἀκοῦστε τοὺς λόγους τῶν μεγαλυτέρων ῥητόρων· θὰ δῆτε, ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ὑπερτερεῖ, εἶνε ὑπέροχη. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι κι ἄλλοι εἶπαν σπουδαῖα πράγματα· ἀλλὰ τὰ λόγια τους μοιάζουν μὲ μικρὰ ψήγματα χρυσοῦ ἀνακατεμένα μέσα σ᾽ ἕνα ὄγκο εὐτελῶν μετάλλων· μοιάζουν μὲ μικρὰ φῶτα, πυγολαμπίδες θὰ ἔλεγα, μπροστὰ στὸν ἥλιο. Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶνε φῶς καὶ ζωή, κ᾽ ἔκαναν πάντα μεγάλη ἐντύπωσι.
Ἐχθρικοὶ ἀκροαταί του ἀναγκάστηκαν νὰ ὁμολογήσουν· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος,ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. 7,46) . Ἂς προάγεται τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, ὅπως εἶπε κάποιος, ἂςπροχωροῦν οἱ ἐπιστῆμες, ἂς γίνωνται ἀνακαλύψεις· ποτέ ἡ ἀνθρωπότης δὲν θὰ φθάσῃ τὸ ὕψος τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ κάποιος ἄλλος εἶπε· Δὲν ξέρω ἂν σὲ ἄλλους πλανῆτες κατοικοῦν λογικὰ ὄντα· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ὑπάρχουν καὶ κατοικοῦν ἐκεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουν θρησκεία ἀνώτερη ἀπὸαὐτὴν ποὺ κήρυξε ὁ Χριστός.
⃝ «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» · τὸ φωνάζειἡ διδασκαλία του, τὸ φωνάζουν καὶ τὰ θαύματά του. Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ! Ὅπου ἅ-πλωνε τὰ ἄχραντα χέρια του, ὅπου ἀκουγό-ταν ἡ θεϊκὴ προσταγή του, ἐκεῖ ὁ ἄνεμος σταματοῦσε, ἡ τρικυμισμένη θάλασσα γαλήνευε,τὰ δαιμόνια ἔφευγαν, τυφλοὶ ἔβλεπαν, κουφοὶ ἄκουγαν, μουγγοὶ μιλοῦσαν, λεπροὶ καθαρίζονταν, παράλυτοι σηκώνονταν, κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ νεκροὶ ἀνασταίνονταν ἀπὸ τοὺς τάφους. Θαύματα πραγματικά, ὄχι φανταστικά.Θαύματα ποὺ ἔγιναν ὄχι νύχτα καὶ σὲ κάποια ἀθέατη γωνιά, ἀλλὰ μπροστὰ σὲ πλῆθος μάτια, μερικὲς φορὲς καὶ ἐχθρῶν, ποὺ τὰ ἔβλεπαν καὶ κατάπληκτοι ἔλεγαν· «Οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν»(Μᾶρκ. 2,12) . Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἀνα-ρίθμητα. Κι ἂν ἡ θάλασσα γίνῃ μελάνι κι ὁ οὐ-ρανὸς χαρτὶ καὶ τὰ δέντρα μολύβια, δὲν φτά-νουν γιὰ νὰ ἱστορηθοῦν τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
⃝ «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» . Τὸ φωνάζειἀκόμα ὁ ἄψογος βίος του. Ὁ Χριστὸς εἶνε ἅγιος, ὄχι μὲ ἔννοια σχετικὴ ὅπως πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ μὲ ἔννοια ἀπόλυτη. Εἶνε ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο δὲν ὑπάρχει καμμία κακία ἢ ἐλάττωμα, δὲν «εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Ἠσ. 53,9 = Α΄ Πέτρ. 2,22) , ἐκεῖνος ποὺ ἡ ζωή του λάμπειἀπὸ κάθε πλευρά, ἐκεῖνος ποὺ ἡ ἀρετή του «ἐκάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3) . Ποιά ἀρετὴ τοῦ Χριστοῦ ν᾽ ἀναφέρουμε πρώτη; τὴ φτώχεια καὶ ἁπλότητά του, ποὺ κανείς ἄλλος δὲν ἔζησετόσο ταπεινὰ ὥστε νὰ μὴν ἔχῃ «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20); τὴν πραότητα καὶ ἀνεξικακία του ἀπέναντι στοὺς ἐχθροὺς καὶ σταυρωτάς του; τὸ θάρρος καὶ τὴν ἀφοβία του ἐνώπιον τῶν ἀρχόντων καὶ τοῦ Πιλάτου ὅταν διεκήρυττε τὴν ἀλήθεια; τὴν ταπείνωσί του, μέχρι ση-μείου νὰ σκύψῃ νὰ πλύνῃ τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του; ἢ πρὸ παντὸς τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὑποφέρουν; Ὅλα αὐτὰ συνθέτουν τὴ μεγαλειώδη εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μας στὴ γῆ. Μερικοὶ προ-σπάθησαν νὰ τοῦ βροῦν ἐλαττώματα· ἔψαξαντὰ Εὐαγγέλια, πίεσαν τὸν ἐγκέφαλό τους, μὰ δὲν μπόρεσαν νὰ βροῦν ψεγάδι. Ὁ ἥλιος ἔχειτὶς κηλῖδες του, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀκηλίδωτος ἥλιος. Εἶνε ἐκεῖνος ποὺ εἶπε «Τίς ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰω. 8,46) , καὶ τὸ ἐρώτημά του μένει ἀναπάντητο διὰ μέσου τῶν αἰώνων.
⃝ «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» , τὸ ἀποδεικνύουν ἡ διδασκαλία του, τὰ θαύματά του, ἡ ἁγιότης τοῦ βίου του, τὸ ἀποδεικνύει τέλος ἡ μαρτυρία τῶν αἰώνων. Δὲν τὸ μαρτυρεῖ μόνο ὁ ἑκατόνταρχος· τὸ μαρτυροῦν οἱ γενεὲς γενεῶν τῶν ἁγίων· μικρὰ παιδιὰ σὰν τὸν ἅγιο Κήρυκο ποὺ κρατοῦν στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μητέρες, σεμνὲς παρθένες, ἁπλοϊκοὶ ἰδιῶτες ὅπως οἱ ψαρᾶδες, σοφοὶ ἐπιστήμονες· ὅλοι ὁμολογοῦν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς ἀληθινός.
Θεαταὶ κ᾽ ἐμεῖς σήμερα, ἀγαπητοί μου, τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος μας. Πῶς παρακολουθοῦμε τὸ θεῖο δρᾶμα; Ὅπως οἱ ἄγγελοι μὲ ἀγάπη καὶ λατρεία, ἢ ὅπως ὁ ὄχλος ποὺ ξέχασε τὰ «Ὡσαννά» καὶ φώναζε «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν»; (Ἰω. 19,6) . Ἂς τὸ παρακολουθοῦμε ὅπως ὁ ἑκατόνταρχος, ποὺ ἄφησε τοὺς δισταγμούς, πίστεψε καὶ τὸν ὡμολόγησε Υἱὸ Θεοῦ.Ἂν ὑπάρχῃ κάποιος ποὺ ἔχει κάποια ἀμφιβολία γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔχειπαρὰ νὰ τὸν πλησιάσῃ, νὰ ἐξετάσῃ, νὰ ἐρευνήσῃ μὲ εἰλικρίνεια . Καὶ τότε σὰν τὸν ἑκατόνταρχο θὰ ὁδηγηθῇ ἀπὸ τὰ πράγματα νὰ ὁμο-λογήσῃ κι αὐτός, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός» , ὅτι εἶνε τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, ὅτι εἶνε ὁ Θεάνθρωπος Λυτρωτής· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 24-4-1981.
 
http://agapienxristou.blogspot.ca
http://www.agiameteora.net/
http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/4951-megali-paraskevi-proi-lith-s-theo-y-s-n-o-tos.html 
http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/4951-megali-paraskevi-proi-lith-s-theo-y-s-n-o-tos.html 
http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/4951-megali-paraskevi-proi-lith-s-theo-y-s-n-o-tos.html