Friday, May 25, 2018

Κύριε Ιησού Χριστέ Βασιλεύ, Υιέ της Αγάπης του Θεού, και Θεέ υπεράγαθε ( Γεννάδιος Σχολάριος )

Κύριε Ιησού Χριστέ Βασιλεύ, Υιέ της Αγάπης του Θεού, και Θεέ υπεράγαθε

Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ… 
προσκυνῶ σέ τοίνυν τόν ἐμόν δημιουργόν καί Πατέρα σύν τῷ ἀνάρχω Σου Πατρί καί τῷ ζωοποιῶ Σου Πνεύματι.

Κλίνω γόνυ καρδίας καί σώματος μετά φρίκης καί τρόμου σοί τῷ πανταδυνάμω καί φοβερῶ καί ὑπεραγάθω Δεσπότη μου. Ευχαριστώ ὑπέρ πάντων ὧν ἐποίησας καί ποιεῖς εἰς ἐμέ τή χειρί Σου μέ ἐπλασας. Τω ἐμφυσήματί Σου μέ ἐζώωσας∙ τή προνοία Σου ἐξέθρεψας τή χάριτί Σου τήν ἀληθῆ πίστιν ἐγνώρισας. Τοῖς μυστηρίοις τῆς Ἱερᾶς Σου Ἐκκλησίας ἐπαιδαγώγησας ἐκόσμησας μέ καί τοῖς προσκαίροις τούτοις ἀγαθοῖς τῆς ἀνθρώπινης εὐημερίας κινδύνων ἀπήλλαξας νόσων ἐξήγειρας. Πρός τό συμφέρον ἀοράτως ὠδήγησας κυβερνᾶς καί περιθάλπεις ὡς νοσσίον Σου καί ὡς ποίημα τῆς ἀγάπης Σου.

Ἀλλά τί καί τολμῶ διηγεῖσθαι τάς εὐεργεσίας Σου; πέλαγος ἐστιν ἀνεξάντλητον βυθός ἀκατάληπτος∙ ὕψος ἀόρατον οὐ φθάνω εὐχαριστῆσαι διά τά προγεγενημένα καί καταλαμβάνει μέ ὁρμαθός εὐεργεσιῶν καινοτέρων, ὥστε καί αὐτό τό δύνασθαι μέ εὐχαριστεῖν πηλίκον δῶρον ἐστίν.

Ὤ τῆς ἐμῆς ταπεινότητος! Ὤ τῆς σῆς ἀγαθότητος!

ὅτι ὅ μόνον ἔχω ἀντί πάντων προσφέρειν σοί, εὐχαριστίαν καί ὕμνον, καί τοῦτο σόν ἐστι δῶρον.

Ὤ τῆς ὑπερβαλλούσης ἀγάπης Σου!

Ὅτι πάντα μου ἐξέχεας τόν πλοῦτον τῶν ἀγαθῶν Σου. Μίαν εἶδα γνησίαν εὐχαριστίαν, τήν ἐκπλήρωσιν τῶν θελημάτων Σου ἀλλ’ ἐάν μέν ἤ τό πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δέ σάρξ ἀσθενής, σύ τοῦτο, Κύριε, εἴπας ἤ δέ προθυμία πάλιν τοῦ πνεύματος ἐκ τῶν πρόσκαιρων σβέννυται λογισμῶν.

Ἀλλά σύ, Κύριε, δυνατός εἰ μόνος καί τήν προαίρεσιν ἀνάψαι καί τήν σάρκα ἐνδυναμῶσαι∙ ὄντως εὐχαριστήσω γνησίως, ἐάν συναφθῆ μου ἡ βούλησις τῷ θελήματί μου, καί ἐάν ὅλη μου ἡ καρδία προσκολληθῆ τή ἀγάπη Σου. Ναί, οὕτως ἀξίωσον μέ, Χριστέ Βασιλεῦ, Υἱέ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καί Θεέ ὑπεράγαθε.

Γεννάδιος Σχολάριος

Tuesday, May 22, 2018

Όχι πολλά λόγια στα παιδιά. ( Άγιος Πορφύριος )

Οι μητέρες ξέρουν να αγχώνονται, να συμβουλεύουν, να λένε πολλά, αλλά δεν έμαθαν να προσεύχονται.
Οι πολλές συμβουλές και υποδείξεις κάνουν πολύ κακό.
Όχι πολλά λόγια στα παιδιά.
Τα λόγια χτυπάνε στ’ αυτιά,
ενώ η προσευχή πηγαίνει στην καρδιά.

Άγιος Πορφύριος

Saturday, May 19, 2018

Όταν θα έχουμε την ένωση με το Θεό, όλα τα πράγματα θα είναι γαλήνια μέσα μας ( Γερόντισσα Μακρίνα )


Αν αγαπήσουμε το Χριστό και δώσουμε την καρδιά μας σ' Εκείνον θα μας τα δώσει όλα δωρεάν... Δεν ζουν οι άνθρωποι μόνο με την τροφή, αλλά και με τη χάρη του Θεού. Η εγκράτεια και η προσευχή μάς κάνει πολύ καλό· και όταν αφήσει κανείς τον εαυτό του στο Θεό ολοκληρωτικά, ο Θεός τον ταΐζει, τον ποτίζει, το Θεό γεύεται και πολλά ουράνια μεγαλεία του Θεού αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου... 
Ο Χριστός θέλει όλη την αγάπη μας να την δώσουμε σ' Εκείνον και ύστερα Αυτός δωρίζει τα θεία Του δώρα... Όταν θα έχουμε την ένωση με το Θεό, όλα τα πράγματα θα είναι γαλήνια μέσα μας.

Γερόντισσα Μακρίνα

Wednesday, May 16, 2018

Φοβερός πόλεμος με δαιμόνια υπερηφανείας ( Γεροντικό )

 
Φοβερός πόλεμος με δαιμόνια υπερηφανείας

Από το βιβλίο «Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση»

Διηγήθηκε Γέρων: «Κάποτε ήρθαν και με προσκύνησαν τα δαιμόνια, ενώ έψελνα το Χερουβικό και είχα φθάσει στο "καί τῇ ζωοποιῷ Τριάδι". Έρχονται λοιπόν πέντε δαίμονες, ένας μεγάλος αξιωματικός με πηλίκιο και κάτι σήματα δαιμονικά, γαλόνια και κέρατα που έβγαιναν δίπλα απ’ το πηλίκιο, και τέσσερις μικροί μαλλιαροί, και πέφτουν στα γόνατα μπροστά μου. Ο μεσαίος, ο αξιωματικός, είχε το ένα πόδι γονατιστό και το άλλο μισολυγισμένο όπως οι καθολικοί και μου λέε: "Είσαι σπουδαίος ψάλτης! Είσαι θαυμάσιος! Είσαι άφθαστος!". Είχε το κεφάλι ψηλά, ενώ οι άλλοι τέσσερις είχαν το κεφάλι κάτω. Εγώ μονολόγησα: "Τα δαιμόνια θα μου πάρουν το μυαλό. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Κύριον τον Θεόν μας προσκυνήσωμεν και Αυτώ μόνω λατρεύσωμεν". Αμέσως έγιναν άφαντοι. Αυτά εν ριπή οφθαλμού. Εγώ αγρίεψα μέσα μου. Σκέφθηκα: "Αυτός που δεν δέχεται να προσκυνήση τον Θεό και να πη ελέησον με ο Θεός, ήρθε να προσκυνήση εμένα να με κάνη συμμέτοχο στην υπερηφάνειά του; Αγρίεψα και άρχισα να λέω το "Τριάδι" του Παπανικολάου. Μόλις τελείωσα, μου λένε οι πατέρες: "Τι Τριάδι ήταν αυτό! Πανηγύρι μας έφερες". "Ε, λέω, καμμιά φορά μας πιάνουν και τα μεράκια".

»Μετά την τράπεζα συναντώ στην αυλή ένα μοναχό αγιορείτη, όχι του Μοναστηριού, που ήταν παρών στην Λειτουργία. Τον χαιρέτισα και μου λέει:

― Βρε, τι ήταν αυτό σήμερα! Τι ωραία ψαλμωδία! Μας ανέβασες στον ουρανό. Νιώσαμε κατάνυξη.

― Όχι εγώ, ο πατήρ τάδε, του είπα.

― Ποιος πατήρ τάδε. Εσύ, η δική σου φωνή, και μου είπε και διάφορα επαινετικά λόγια.

»Τον βάζω μετάνοια και πάω να φύγω. Έρχεται ο σατανάς δίπλα μου· τον έβλεπα και μου λέει: "Όταν σου λέω εγώ να ακούς. Είσαι άφθαστος, εσύ έπρεπε να πάρεις δίπλωμα έξω και να είσαι δάσκαλος".

»"Πίσω μου δαίμονα", λέω. Τι ήθελα να ‘ρθώ από δω να συναντήσω τον μοναχό να ακούσω όλα αυτά.

»Βγήκα έξω και κίνησα για τον κήπο. Ο διάβολος από κοντά μου. Ενώ έβλεπα, βάδιζα, δεν ξέρω πώς, πήρε το πνεύμα μου ο σατανάς και με ανέβασε ψηλά, πολύ ψηλά και έβλεπα τον κόσμο σαν μυρμήγκια κάτω.

― Εσύ δεν είσαι τυχαίος, μου έλεγε ο σατανάς, εσύ δεν ξέρεις τι κουβαλάς.

― Τι κουβαλάω, βρε σατανά, ό,τι κουβαλάς και συ κουβαλώ κι εγώ. Φύγε από κοντά μου. "Θεέ μου, βοήθησέ με". Τι είναι αυτό σήμερα. Θα μου πάρει τα μυαλά ο σατανάς. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".

»Άρχισα να φουσκώνω από υπερηφάνεια, αλλά είχα και λίγο επίγνωση και είπα: "Θεέ μου, δεν θέλω τέτοιες επάρσεις".

»Μπαίνω στον κήπο, αυτός από κοντά. Αυτός τα δικά του, εγώ τα δικά μου. Δεν υπάρχει χειρότερο δαιμόνιο από το δαιμόνιο της υπερηφανείας. Προχώρησα πιο μέσα στον κήπο, μήπως και φύγη. Τίποτα. "Πάει", είπα, "θα δαιμονισθώ". Τότε έπεσα στα γόνατα με το ράσο που φορούσα στην Εκκλησία, και έκλεγα. Δεν έδινα σημασία τι μου έλεγε ο σατανάς, εγώ τα δικά μου. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", δύο-δυόμισι ώρες είχα μέσα στον ήλιο. "Δεν θέλω", έλεγα, "τέτοιες επάρσεις, τέτοιους λογισμούς. Εγώ θέλω, Χριστέ μου, να σε προσκυνώ πάνω στον Σταυρό. Εγώ είμαι ένας αμαρτωλός και τίποτα παραπάνω". Αυτός έλεγε τα δικά του. Μούσκεψε το χώμα από τα δάκρυα, σαν να είχε τρέξει βρύση. Κάποια στιγμή έφυγε εκείνο το νέφος και ο σατανάς μαζί. Κατάλαβα ότι προσγειώθηκα. Ένιωσα την ανάγκη να προσκυνήσω τα πόδια του Εσταυρωμένου. Σηκώθηκα, ευχαρίστησα τον Κύριό μας και την Παναγία, έβαλα λίγες μετάνοιες και έφυγα κλαίγοντας.

»Έπειτα σκέφθηκα ότι, για να έρθουν να με πειράξουν τα δαιμόνια τόσες φορές, κάτι βρήκαν μέσα μου. Φαίνεται ότι "λάγκευα"1 προς τον εγωισμό. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και ταπείνωση».


https://www.impantokratoros.gr/polemos-yperhfanias.el.aspx

Thursday, May 10, 2018

Πνευματικός άνθρωπος δεν είναι ο ηθικός, αλλά ο αγαπών.....


Ο Γέροντας Ντόμπρη (Dobri Dobrev)


Πολλές φορές ακούτε από το στόμα των ιερέων να ομιλούν για πνευματική προκοπή, ή να λένε: «Να προσπαθήσουμε να γίνουμε πνευματικοί άνθρωποι..». Όμως τι σημαίνει τελικά πνευματική προκοπή, τι σημαίνει πνευματικότητα; Μήπως τα έχουμε παρεξηγήσει μέσα στο μυαλό μας;
Όταν οι πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για πνευματικότητα δεν ομιλούν περί ηθικής. Η Εκκλησία αδελφοί μου μας προσφέρει πνευματικότητα, και όχι ηθική τελείωση. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι σίγουρα και ηθικός όμως ο ηθικός δεν συνεπάγεται και το πνευματικός...Το να είμαστε ηθικά καλοί αυτό μπορούμε και μόνοι μας να το πετύχουμε, όμως δεν είναι το ζητούμενο, δεν πρέπει να γίνει αυτοσκοπός, δεν αρκεί η ηθική από μόνη της ώστε να ελκύσουμε την χάρη του Θεού. Π.χ. όσο καθαρός κι αν είσαι, όσο εγκρατείς κι αν είσαι, όση αμόλυντη ζωή κι αν έχεις, εάν ζει εν παρθενία, όσο δίκαιος κι αν είσαι, με λίγα λόγια όλοι σε θεωρούν έναν ηθικό άνθρωπο, εάν δεν έχεις ταπείνωση τίποτα δεν κατάφερες..διότι «ο Κύριος ταπεινοίς δίδωσι χάριν».
Για να επανέλθουμε όμως. Λέμε λοιπόν ότι η Εκκλησία, μας προσφέρει πνευματικότητα. Τι είναι λοιπόν η πνευματικότητα; Μπορεί να μετρηθεί;
Η πνευματικότητα αδελφοί μου είναι κατάστασις όπου ο άνθρωπος έχει υπερβεί τον εγωισμό, την φιλαυτία του, έχει υπερβεί τα του κόσμου και πλέον εν ταπεινώση και μετανοία ζει για τον Χριστό ,δια του Χριστού.
Ζει δηλαδή όχι για να κτίσει ένα καλό όνομα στην κοινωνία, όχι για να γίνει διάσημος και προσφιλείς στους ανθρώπους λόγω της καθαρότητος του βίου του ή των ποικίλων αρετών του αλλά ζει για τον Χριστό, ζει για τους άλλους, ζει δια του Χριστού δηλαδή ζει μέσω του Χριστού, δια των μυστηρίων της Εκκλησίας και φτάνει στο σημείο να λέγει μαζί με τον απόστολο: «ζω δε ουκέτι εγώ ζει δε εν εμοί χριστός».
Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι αυτός που έχει κάνει σπουδές στην θύραθεν σοφία, δεν είναι ούτε ο ηθικός άνθρωπος, αλλά ο μυημένος στο μυστήριο της Αγάπης.
Εάν τολμούσα να ονόμαζα ποιος είναι ο πνευματικός άνθρωπος, θα έλεγα είναι ο άνθρωπος που αγαπά. Διότι το ατέλεστο τέλος που καλούμαστε όλοι μας να αγγίξουμε και να γίνουμε μέτοχοι είναι η Αγάπη εν Χριστώ, δηλαδή η άδολη αγάπη, η ανιδιοτελής αγάπη, η αγάπη που μπορεί να φτάσει στην θυσία του Σταυρού χωρίς να κρατήσει κακία μέσα της.
«Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις», είπε ένας γέροντας σε κάποιον μοναχό. Διότι εάν αγαπάς, όντως, θα σου είναι αδιανόητο να στεναχωρήσεις τον πλησίον σου, να τον αδικήσεις, να τον κατακρίνεις. Εάν αγαπάς θα σου είναι αδιανόητο να ησυχάσεις μέσα στην φιλαυτία σου, μέσα στο βόλεμά σου…θα καταληφθείς από μία «μακαρία μανία» όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος η οποία ακόμα και όταν το σώμα κουραστεί και αποκάμει από τους κόπους της ασκήσεως θα πραγματοποιηθεί σε σένα εκείνο το ψαλμικό: «Εγώ καθεύδω» από την ανάγκη της φύσεως, «η δε καρδία μου αγρυπνεί» από το πλήθος του έρωτος προς Σε.
Η Αγάπη λοιπόν είναι ο σκοπός της ζωής, διότι Αγάπη είναι ο Θεός. Ο άνθρωπος λοιπόν που σκοπό έχει την ένωσή του με τον Θεό (καθ'ομοίωσιν), είναι σαν να έχει σκοπό του την απόκτηση της Αγάπης.
Λέγει πάλι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Αυτός που θέλει να ομιλή για την αγάπη είναι σαν να επιχειρή να ομιλή για τον ίδιο τον Θεόν.
Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, είναι μέθη της ψυχής. Ως προς δε τις ιδιότητές της, είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως».
Να λοιπόν γιατί τόλμησα να πω ότι τελικά πνευματικός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αγαπά, που έχει αγάπη όχι για τους φίλους και τους οικείους τους, όχι μόνο για τους ανθρώπους αλλά για όλη την κτίση!
Αγαπητοί μου αδελφοί, όλα αυτά τα αναφέρουμε, όχι για να μικροψυχήσουμε και να προσπαθήσουμε μονομιάς και απότομα να κατακτήσουμε τα κράσπεδα του Ουρανού, διότι μπορεί στην πορεία να απογοητευτούμε. Γι΄αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε το εξής: «Ότι όπως δεν είναι δυνατόν αυτός που πέρασε μακροχρόνια ασθένεια να ανακτήσει την υγεία του μέσα σε μία στιγμή, έτσι δεν είναι δυνατόν να νικήσουμε διά μιας τα πάθη μας ή ακόμα και ένα πάθος μας» (Άγ. Ιων.Κλιμακος).
Θέλει επιμονή, θέλει υπομονή, θέλει προσευχή, προσοχή, ταπείνωση και μετάνοια. Θέλει όμως και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κατορθώσει πολλά πράγματα στην ζωή του όμως την αγιότητα δεν μπορεί να την κατορθώσει μακράν των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Διότι η Εκκλησία είναι ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός, άρα λοιπόν μακράν της Εκκλησίας, είμαστε μακράν του Χριστού, κι ας υποστηρίζουν κάποιοι ότι πιστεύουν στον Χριστό, απορρίπτοντας την Εκκλησία Του, διότι όποιος απορρίπτει την Ορθόδοξη Εκκλησία, απορρίπτει τον Χριστό και πλέον μακράν του Χριστού είναι μακράν του Φωτός, της Αλήθειας, της Αγάπης και της Αιωνίου Ζωής.
Και μην πει κάποιος ότι: «εμείς δεν ποθούμε να γίνουμε άγιοι», διότι όποιος έστω και ενδόμυχα απορρίπτει συνειδητά την αγιότητα, απορρίπτει τον σκοπό της δημιουργίας του.
Όλοι μας αδελφοί μου πλαστήκαμε κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού, δηλαδή, δημιουργηθήκαμε ελεύθεροι με νου, κρίση και λογική ώστε να μεταμορφωθούμε από χοϊκούς ανθρώπους σε κατά χάριν θεανθρώπους, σε αγίους, σε όντα που ζουν μαζί με τον Θεό αρμονικά μέσα σε αιώνια ευφροσύνη. Εάν λοιπόν δεν θέλουμε ένα τέτοιο μέλλον…είμαστε άξιοι των επιλογών μας.
Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Κλίμακος του Αγίου Ιωάννου στο οποίο ο Άγιος μας δείχνει τον δρόμο από την γη των παθών προς τον Ουρανό της Αγάπης.
Λέγει ο Άγιος: «Η ελάττωσις του κακού γεννά την αποχή από το κακό. Η αποχή από το κακό είναι η αρχή της μετανοίας. Η αρχή της μετανοίας είναι η αρχή της σωτηρίας. Η αρχή της σωτηρίας είναι η καλή πρόθεσις. Η καλή πρόθεσις γεννά τους κόπους. Αρχή των κόπων είναι οι αρετές. Η αρχή των αρετών είναι το άνθος (της πνευματικής ζωής). Το άνθος της αρετής είναι η αρχή της (πνευματικής) εργασίας. Η (πνευματική) εργασία είναι τέκνο της αρετής∙ και αυτής τέκνο η συνέχισις και η συχνότης της εργασίας. Καρπός και τέκνο της συνεχούς και επιμελούς εργασίας είναι η έξις, (η μόνιμη δηλαδή συνήθεια). Και τέκνο της έξεως είναι η ποίωσις , (να γίνη δηλαδή η αρετή ένα με την ψυχή, φυσική κατάστασίς της).
Η ποίωσις στο καλό γεννά τον φόβο (του Θεού) και την ευλάβεια. Ο φόβος γεννά την τήρησι των εντολών – είτε των επουρανίων είτε των επιγείων. Η τήρησις των εντολών είναι απόδειξις της αγάπης (προς τον Θεόν και τον πλησίον). Αρχή της αγάπης είναι το πλήθος της ταπεινώσεως. Το πλήθος δε της ταπεινώσεως είναι θυγατέρα της απαθείας. Και η απόκτησις της απαθείας είναι η πληρότης της αγάπης, δηλαδή η πλήρης κατοίκησις του Θεού σε όσους έγιναν με την απάθεια «καθαροί τη καρδία…ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Η πνευματική ζωή είναι η ζωή της συγχωρετικότητος και της αγάπης. Εάν δεν συν-χωρούμε και δεν αγαπούμε…μην πλανόμεθα, δεν ζούμε πνευματική ζωή όσο και "ηθικά αμόλυντοι" κι ας είμαστε, διότι "Ο αγαπών εκ του Θεού γεγένηται και γιγνώσκει τον Θεόν".


Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Tuesday, May 8, 2018

Οι επτά σωματικές πράξεις της Μετάνοιας ! ( Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού )


Στην πρακτική των Πατέρων, που αναλύουμε αναφέρονται επτά σωματικές πράξεις στις οποίες στηρίζονται οι τρόποι και τα έργα της μετάνοιας.
Ως πρώτη πράξη στη μετάνοια οι Πατέρες τοποθετούν την ησυχία. 
Είναι η απερίσπαστη διαγωγή. Η απομάκρυνση από τα αίτια, που δημιουργούν τις αφορμές της πτώσης και της ήττας, ειδικά σε όσους είναι ασθενείς χαρακτήρες, αλλά και από αυτόν τον "ὡς λέοντα περιπατοῡντα καί ζητοῡντα νά μάς καταπιή" (' Πέτρ. ε' 8). Με την ησυχία απέχει ο αγωνιστής από τη μάταιη και άσκοπη μέριμνα και του επιτρέπεται αν θέλει να στρέψει τη σκέψη και ασχολία του προς το Θεό, απ΄όπου φωτιζόμενος από τη θεία Χάρη ανακαλύπτει τον εαυτό του, που είναι απαραίτητο καθήκον.
 Δεύτερη πράξη θεωρείται η νηστεία.  
Με αυτήν καταβάλλεται και δεσμεύεται ένας από τους γίγαντες της διαστροφής - η γαστριμαργία - ο ακαταγώνιστος σύμμαχος της φύσης και του διαβόλου. Με αυτήν αιχμαλωτίζει ο τελευταίος τα πλείστα των θυμάτων του. Το πόσο απαραίτητη είναι αυτή η πράξη το απέδειξε ο Κύριος μας, όταν ανέλαβε με την παρουσία του την ανάπλασή μας, μετά το θείο βάπτισμα στον Ιορδάνη. Ποιος τώρα μπορεί να αμφισβητήσει το βάθρο αυτό της μετανοίας, της ανάπλασης, της ανάστασης, της σωτηρίας; Εάν ο αναμάρτητος και απαθής νηστεύει - και μάλιστα παρατεταμένα - ποιος θα προφασιστεί αδυναμία ή άρνηση; Αφήνω και την άσκηση της δίψας που οι έμπειροι της εγκρατείας προβάλλουν ως άριστο άθλημα κατά των παράλογων ορέξεων. 
Την αγρυπνία, ως τρίτη πράξη, συνιστούν οι Πατέρες. 
Είναι το αποτελεσματικότερο μέσο φωτισμού του νου και γεννήτρια της προσευχής. Ο κόρος της υπνηλίας υποβιβάζει άμεσα τη διαύγεια του νου. Μειώνεται η διανοητική ικανότητα της λογικής φύσης να συγκρίνει, διακρίνει, επιλέξει και εφαρμόσει όσα η νόμιμη άσκηση απαιτεί. Η αγρυπνία, ως μέσο της φίλης των Πατέρων μας φιλοπονίας, πάντοτε προηγείτο στους ασκητικούς αγώνες. Και είναι γνωστή η υπερβολική άσκηση των Πατέρων στην αγρυπνία. Επέμεναν στα πολλαπλά οφέλη αυτής της αρετής, επειδή συντελούσε άριστα στη διανοητική εργασία από την οποία εξαρτώνται όλα εφ΄όσον "νοῡς ορᾶ καί νοῦς ακούει" και εκλέγει και εκτελεί.
 Τέταρτη και πέμπτη πράξη τοποθετούν οι Πατέρες την προσευχή και την ψαλμωδία. 
Πράγματι διαιρούσαν την εργασία της προσευχής σε δύο τρόπους, που επικρατούν στην τόσο σημαντική αυτή παναρετή. Στο όνομα της προσευχής χάραξαν την έννοια της εσωστρέφειας και ειδικά της "κατά μόνας" προς το Θεό συνομιλίας. Εκεί ο καθένας επιρρίπτει τον εαυτό του μπροστά στη θεία ευσπλαχνία και αγαθότητα και με επίμονη εξομολόγηση, δέηση, ικεσία, παράκληση ή και ευχαριστία αναφέρει τον πόνο και τον πόθο του προς "τόν δυνάμενον σῴζειν" Χριστό, το Θεό μας. Η ψ α λ μ ω δ ί α χρησιμοποιείται στις ομαδικές συναθροίσεις των πιστών. Με την υμνολογία επιτελείται εορταστικότερα η κοινή προσευχή και αυτό είναι περισσότερο αποδεκτό και εφαρμόσιμο από το λαό. 
Έκτη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την ανάγνωση και μελέτη λόγων και παραγγελμάτων που μας κατευθύνουν στην εν Χριστώ πνευματική μας ζωή. 
 Ο λόγος τους Κυρίου μας "ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου" αυτό σημαίνει: Να μάθει και να κατανοήσει τις εντολές μου το θέλημά μου και μετά να γίνει τηρητής (τηρών αυτάς). Και αυτός "ἐστιν ό ἀγαπῶν με". Στο Μωσαϊκό νόμο απαιτητικότερα διέταζε ο Θεός τη μελέτη του θελήματός του και την ενασχόληση με αυτό για να μη παραλείπεται, ως καθήκον, η ακριβής τήρηση και εφαρμογή του. "Ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καί νυκτός" (Ψαλμ α' 2). Μια από τις σπουδαιότερες φροντίδες αυτού που θέλει να απαλλαγεί από τη λύσσα του "ὠρυομένου ὡς λέοντος" εναντίον μας, κατά τον Παύλο, είναι το να "μή ἀγνοώμεν τά νοήματα αὐτοῦ" (πρβλ Β' Πετρ. α' 21). Επειδή οι φίλοι και δούλοι του Θεού «οὐκ ἰδίῳ θελήματι ἀλλά Πνεύματι Ἁγίῳ φερόμενοι ἐλάλησαν καί ἔγραψαν» (πρβλ Β' Πετρ. α' 21), είναι πλέον καθήκον η μελέτη και έρευνα των λόγων και των συγγραφών τους προς πλήρη διαφώτιση και μάθηση του αόρατου πολέμου που ασίγαστα διεξάγουμε. 
Έβδομη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την
 επερώτηση των εμπείρων για κάθε λόγο και πράξη. 
Με αυτόν τον τρόπο επισφραγίζεται το ταπεινό φρόνημα. Απουσιάζει ή αυταρέσκεια και η απειρία. "Τοῖς ταπεινοῖς" δίνει ο Κύριος το φωτισμό και τη Χάρη του. Το τέλος όλης αυτής της προσπάθειας και ετοιμασίας είναι η υπομονή, ώστε "μήτε θαρρεῖν, μήτε ἀπογιγνώσκειν" απ' όσα συνήθως συμβαίνουν είτε χαροποιά είτε επίπονα.
Απόσπασμα από το βιβλίο "Άσκηση' του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού 

Saturday, May 5, 2018

Η ευσπλαχνία του Θεού είναι σαν ένα πέλαγος μεγάλο.... ( Γερόντισσα Μακρίνα )

Ο Χριστός μας έχει τόση πολλή αγάπη και ευσπλαχνία που ο δικός μας νους δεν μπορεί να το χωρέσει. Οι Πατέρες όλα μπορούσαν να τ' αντέξουν, όταν όμως ένιωθαν την ευσπλαχνία του Θεού, έλιωναν σαν κεράκι. 
Η ευσπλαχνία του Θεού είναι σαν ένα πέλαγος μεγάλο, όπως βλέπεις την θάλασσα, που ούτε αρχή ούτε άκρη έχει ούτε τέλος...


Γερόντισσα Μακρίνα

Wednesday, May 2, 2018

Ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν ξεπλένει την αμαρτία του σχίσματος στην Εκκλησία! ( Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )



Ἕνα συγκλονιστικὸ κείμενο - μνημεῖο! (Ὁμιλία ΙΑ στὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή) Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἀπολαμβάνωμεν τὸ Πνεῦμα τὸ ὅποιον ἔρχεται ἀπὸ τὴν κεφαλήν, ἂς εἴμεθα στενὰ συνδεδεμένοι μεταξύ μᾶς.

Διότι δύο τρόποι ἀποκοπῆς ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν· ὁ ἕνας, ὅταν ψυχράνωμεν τὴν ἀγάπην, ὁ δεύτερος δέ, ὅταν τολμήσωμεν πράγματα ποὺ εἶναι ἀνάξια νὰ γίνωνται εἰς ἐκεῖνο τὸ σῶμα, διότι καὶ μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς τρόπους χωρίζομεν τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν δὲ ἐμεῖς, ποὺ ἔχομεν ταχθῆ νὰ οἰκοδομῶμεν καὶ ἄλλους εἰς αὐτό, πρῶτοι γινώμεθα ἐμεῖς αἴτιοι διὰ ν’ ἀποσχίζωνται ἀπὸ αὐτήν, τί δὲν θὰ πάθωμεν;

Τίποτε δὲν θὰ ἠμπορέση νὰ διαιρέση τόσον εὔκολα τὴν Ἐκκλησίαν, ὅσον ἡ φιλαρχία, τίποτε δὲν παροξύνει τόσον τὸν Θεόν, ὅσον τὸ νὰ διαιρεθῆ ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἔχωμεν πράξει ἄπειρα καλά, δὲν θὰ καταδικασθῶμεν ὀλιγώτερον ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι διεμέλισαν τὸ σῶμα του, ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι διαιροῦμεν τὸ ἐκκλησιαστικὸν πλήρωμα.

Διότι ἐκεῖνο μὲν ἔγινε πρὸς ὄφελος τῆς οἰκουμένης, ἂν καὶ δὲν τὸ ἔκαναν ἀπὸ αὐτὸν τὸν σκοπόν, αὐτὸ ὅμως εἰς τίποτε πουθενὰ δὲν χρησιμεύει, ἀλλ’ εἶναι μεγάλη ἡ βλάβη.

Αὐτὰ δὲν λέγονται μόνον πρὸς τοὺς ἄρχοντας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἀρχομένους.

Κάποιος δὲ ἅγιος ἄνδρας εἶπε κάτι τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι εἶναι τολμηρόν, πλὴν ὅμως τὸ εἶπε. Ποιὸ εἶναι δὲ αὐτό; Οὔτε τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου ἠμπορεῖ νὰ...
ἐξαλείψη αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν.

Διότι, εἰπέ μοῦ, διατὶ μαρτυρεῖς; δὲν τὸ κάνεις αὐτὸ διὰ τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ; Σὺ λοιπὸν ὁ ὁποῖος θυσιάζεις τὴν ζωήν σου ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, πῶς ἐξολοθρεύεις τὴν Ἐκκλησίαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πρῶτος ἐθυσιάσθη ὁ Χριστός;

Ἄκουσε τὸν Παῦλον ὁ ὁποῖος λέγει: «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι ἀπόστολος, διότι κατεδίωξα τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ». Δὲν εἶναι μικρὰ αὐτὴ ἡ βλάβη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἀλλὰ πολὺ μεγάλη. Διότι ἐκείνη μὲν ἀναδεικνύει αὐτὴν καὶ λαμπροτέραν, ἐνῶ αὐτὴ καταισχύνει αὐτὴν καὶ ἐνώπιον τῶν ἐχθρῶν της, ὅταν δηλαδὴ πολεμῆται ὑπὸ τὰ ἴδια τὰ τέκνα της. Διότι εἶναι μεγάλη ἀπόδειξις ἀπάτης τὸ νὰ μεταβάλλωνται ἔξαφνα καὶ νὰ διάκεινται ὡς ἐχθροὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν καὶ ἀνετράφησαν μέσα εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἔχουν γνωρίσει μὲ ἀκρίβειαν τὰ ἀπόρρητά τῆς πίστεως.

Αὐτὰ δὶ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μὲ ἀδιαφορίαν ἀκλουθοῦν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαιροῦν τὴν Ἐκκλησίαν. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἔχουν ἀντίθετον πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν πίστιν, καὶ δὶ’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκείνους ν’ ἀναμιγνύωνται, ἐὰν ὅμως ἔχουν τὴν ἰδίαν πίστιν, τότε πολὺ περισσότερον δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωνται. Διατὶ ἄραγε; Διότι ἡ νόσος προέρχεται ἀπὸ φιλαρχίαν.

Δὲν γνωρίζετε τί ἐπαθον οἱ περὶ τοὺς Κορὲ καὶ Δαθᾶν καὶ Ἀβειρῶν; καὶ μήπως μόνον αὐτοὶ καὶ ὄχι καὶ οἱ μετὰ ἀπὸ αὐτούς;

Τί λέγεις; Ἡ ἴδια πίστις εἶναι, ὀρθόδοξοι εἶναι καὶ ἐκεῖνοι. Διατὶ λοιπὸν δὲν εἶναι μαζὶ μὲ ἐμᾶς; «Ἕνας Κύριος, μία πίστις, ἕνα βάπτισμα». Ἐὰν δὲ αὐτὰ ποὺ κάνουν αὐτοὶ εἶναι ὀρθά, τότε τὰ ἰδικὰ μας εἶναι λανθασμένα, ἐὰν δὲ τὰ ἰδικὰ μας εἶναι ὀρθά, τότε τὰ ἰδικὰ των εἶναι λανθασμένα. «Ὥστε νὰ μὴ εἴμεθα πλέον νήπιοι, κλονιζόμενοι καὶ παρασυρόμενοι ἀπὸ κάθε ἄνεμον διδασκαλίας».

Εἰπέ μοῦ, νομίζεις ὅτι ἀρκεῖ αὐτό, τὸ νὰ λέγης δηλαδὴ ὅτι εἶναι ὀρθόδοξοι; τὰ δὲ τῆς χειροτονίας ἔφυγαν καὶ ἐχάθησαν; Καὶ ποιὸν τὸ ὄφελος ἐὰν αὐτὴ δὲν ἔγινε κατὰ τρόπον κανονικόν; Ὅπως ἀκριβῶς λοιπὸν διὰ τὴν πίστιν, ἔτσι πρέπει νὰ ἀγωνιζώμεθα καὶ δὶ’ αὐτήν. Διότι, ἐὰν εἰς τὸν καθένα εἶναι δυνατὸν νὰ χειροτονῆ, ὅπως οἱ παλαιοί, καὶ ἔτσι νὰ γίνωνται ἱερεῖς, ἂς γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι εἰς μάτην ἔχει οἰκοδομηθῆ αὐτὸ τὸ θυσιαστήριον, εἰς μάτην τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἱερέων, ἂς τὰ καταργήσωμεν αὐτὰ καὶ ἂς τὰ καταστρέψωμεν.

Μὴ γένοιτο, λέγει. Σεῖς τὰ κάνετε αὐτὰ καὶ λέγετε μὴ γένοιτο; Πῶς λέγεις, μὴ γένοιτο, τὴν στιγμὴν πού ἔχουν γίνει ἤδη; Ἐγὼ τὸ λέγω καὶ τὸ ἐπιβεβαιώνω ἀποσκοπῶν ὄχι εἰς ἰδικόν μου συμφέρον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἰδικὴν σας σωτηρίαν, ἐὰν δὲ κάποιος ἀδιαφορῆ, αὐτὸς θὰ κριθῆ, ἐὰν δὲ αὐτὰ δὲν ἐνδιαφέρουν εἰς κάποιον, ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἐνδιαφέρουν. «Ἐγὼ ἐφύτευσα», λέγει, «ὁ Ἀπολλῶς ἐπότισεν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ἔδιδε τὴν αὔξησιν».

Πῶς θὰ ὑποφέρωμεν τὴν εἰρωνείαν καὶ τὸν γέλωτα τῶν εἰδωλολατρῶν; Διότι ἐὰν μᾶς κατηγοροῦν διὰ τὰς αἱρέσεις, τί θὰ εἴπουν δὶ’ αὐτά; Ἐὰν ἡ αὐτὴ πίστις ὑπάρχη παντοῦ, ἐὰν τὰ ἴδια μυστήρια, διατὶ νὰ ἐπιπηδᾶ εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν κάποιος ἄλλος ἐπίσκοπος; Βλέπετε, λέγει, ὅτι ὅλα τὰ τῶν Χριστιανῶν ἔχουν γεμίσει ἀπὸ κενοδοξίαν; Καὶ ὅτι ὑπάρχει εἰς αὐτοὺς φιλαρχία καὶ ἀπάτη; Ἀπογύμνωσέ τους ἀπὸ τὸ πλῆθος, λέγει, καὶ δὲν θὰ εἶναι τίποτε. Κτύπησε καὶ ἐξολόθρευσε τὴν νόσον, ἡ ὁποία διαφθείρει τὸν ὄχλον.

5. Θέλετε νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ ὁποία λέγουν διὰ τὴν πόλιν μας; μὲ πόσην εὐκολίαν ἠμποροῦν νὰ μᾶς κατηγοροῦν; Εἶναι δυνατόν, λέγει, εἰς ὅποιον θέλει νὰ εὔρη ὀπαδοὺς καὶ δὲν θὰ λείψουν ποτὲ αὐτοί. Ώ, πόσον ἀξιογέλαστον πράγμα! πόσης ἐντροπῆς ἄξια εἶναι αὐτά; Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλο εἶναι ἀξιογέλαστον καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἐντροπή. Ἂν μερικοὶ ἀπὸ ἐμᾶς κυριευθέντες ἀπὸ τὰ πιὸ φοβερὰ πράγματα, πρόκειται νὰ ὑποστοῦν κάποιο ἐπιτίμιον, εἶναι πολὺς ὁ τρόμος καὶ ὁ φόβος παντοῦ μήπως κανεὶς ἀποσκιρτήση, λέγει, μήπως ἀποστατήση εἰς ἐκείνους. Χιλιάδες φορὲς εἶναι προτιμώτερον ν’ ἀποσκιρτήση αὐτὸς ὁ ὁποῖος εἶναι τέτοιος, καὶ νὰ εἶναι μαζὶ μὲ ἐκείνους, δὲν λέγω δὶ’ ὅσους ἔχουν πλανηθῆ, ἀλλ’ ἐὰν κάποιος χωρὶς νὰ παρασυρθῆ εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ θέλει νὰ προσχωρήση εἰς τοὺς αἱρετικούς, ἂς τὰ κάνη. Διότι πονῶ βέβαια καὶ θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι καὶ καίγονται τὰ σπλάχνα μου, ὡσὰν νὰ στεροῦμαι ἰδικόν μου μέλος, ὅμως δὲν πονῶ τόσον, ὅσον φοβοῦμαι μήπως ἀναγκασθῶ ἀπὸ αὐτὸ νὰ κάνω τίποτε ποὺ δὲν πρέπει.

Δὲν εἴμεθα κυρίαρχοί της πίστεώς μας, ἀγαπητοί, οὔτε παραγγέλλομεν αὐτὰ κατὰ τρόπον δεσποτικόν, ἔχομεν ὁρισθῆ διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ λόγου καὶ ὄχι διὰ ἐξουσίαν οὔτε διὰ δεσποτισμόν, ἔχομεν θέσιν συμβούλων, οἱ ὅποιοι συμβουλεύουν. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμβουλεύει λέγει τὴν γνώμην του, χωρὶς νὰ ἐξαναγκάζη τὸν ἀκροατήν, ἀλλ’ ἀφήνει αὐτὸν ἐλεύθερον νὰ προτιμήση τὰ λεγάμενα, εἰς τοῦτο μόνον εἶναι ὑπεύθυνος, ἂν δὲν εἴπη αὐτὰ τὰ ὁποία πρέπει νὰ διδάξη. Διὰ τοῦτο καὶ ἐμεῖς τὰ λέγομεν αὐτὰ καὶ τὰ διδάσκομεν, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς κανένα ἀπὸ σᾶς τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως νὰ εἴπη, 'Κανείς δὲν μᾶς εἶπεν τίποτε, κανεὶς δὲν μᾶς ἐσυμβούλευσε, δὲν τὰ ἐγνωρίζαμεν, ἐνομίζαμεν ὅτι εἶναι μηδαμινὸν τὸ ἁμάρτημα, εἶναι μικρότερον κακὸν ἀπὸ τὸ νὰ πέση εἰς αἵρεσιν. Εἰπέ μοῦ, ἐὰν κάποιος ὑπηρετεῖ ὑπὸ τὰς διαταγᾶς κάποιου βασιλέως, καὶ δὲν ἐπήγαινε μὲν μὲ τὸ μέρος ἄλλου, οὔτε προσεχώρει εἰς ἄλλον βασιλέα, ἀλλ’ ἔπαιρνε τὸ πορφυροῦν ἔνδυμά του καὶ τὸ ἐξήπλωνε καταγῆς, καὶ ὁλόκληρον διὰ περόνης τὸ ἐξέσχιζεν εἰς πολλὰ τεμάχια, ἄραγε θὰ ἐτιμωρεῖτο ὀλιγώτερον ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προσεχώρησαν εἰς ἄλλον; Τί δέ, ἐὰν μαζὶ μὲ αὐτό, τὸν ἴδιον τὸν βασιλέα, κρατῶν ἀπὸ τὸν λαιμόν, τὸν ἔσφαζε καὶ ἐξέσχιζεν εἰς κάθε μέλος τὸ σῶμα του, ποία καταδίκη θὰ ἦτο ἀξία τῶν ἔργων του; Ἐὰν δὲ κάμνων αὐτὰ εἰς τὸν βασιλέα ὁ ὁποῖος εἶναι συνδοῦλος, θὰ ἐτιμωρεῖσο μὲ τὴν πιὸ μεγάλην τιμωρίαν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σφάζει καὶ διαμελίζει τὸν Χριστόν, ποίας κολάσεως δὲν θὰ εἶναι ἄξιος; Ἄραγε αὐτῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἀπειλεῖται; Δὲν νομίζω, ἀλλὰ ἄλλης πολὺ πιὸ φοβερᾶς.

Νὰ τὸ εἰπῆτε αὐτὸ ὄσαι παρευρίσκεσθε — διότι κυρίως αἳ γυναῖκες ἔχουν αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα — νὰ διηγηθῆτε εἰς ὄσας ἀπουσιάζουν αὐτὸ τὸ παράδειγμα, νὰ τὰς φοβήσετε.

Ἐὰν μερικοὶ νομίζουν ὅτι μᾶς θλίβουν καὶ μᾶς ἐκδικοῦνται μὲ αὐτό, ἂς γνωρίζουν καλῶς, ὅτι ἄσκοπα τὰ κάνουν αὐτά. Διότι ἐὰν θέλης νὰ μᾶς ἐκδικηθῆς, ἐγώ σου δίδω τρόπον, μὲ τὸν ὅποιον θὰ ἠμπορέσης νὰ ἐκδικηθῆς χωρὶς νὰ ζημιωθῆς, μᾶλλον δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηκηθῆς χωρὶς νὰ βλαβῆς, ἀλλὰ μὲ μικροτέραν βλάβην, κτύπησε μέ, πτύσε μὲ δημοσίως ὅταν μὲ συναντήσης, πλήγωσε μέ. Φρίττεις εἰς τὴν ἀκοὴν αὐτῶν τῶν πραγμάτων; Ἐὰν φρίττης πού σου λέγω νὰ κτυπήσης ἐμένα, δὲν φρίττεις ὅταν κατασπαράσσης τὸν Κύριόν σου; τὰ μέλη τοῦ Κυρίου ξεσχίζεις καὶ δὲν τρέμεις; Οἰκία πατρικὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἕνα σῶμα καὶ ἕνα Πνεῦμα. Ἀλλὰ θέλεις νὰ μὲ πολεμήσης. Μέχρι ἐμένα σταμάτησε. Διατὶ ἀντὶ δὶ’ ἐμένα πολεμεῖς τὸν Χριστόν; μᾶλλον δὲ διατὶ κτυπᾶς ἐπάνω εἰς τὰς πληγᾶς του; Βέβαια εἰς καμμίαν περίπτωσιν δὲν εἶναι καλὴ ἡ ἐκδίκησις, ἀλλὰ τὸ νὰ ὑβρίζης ἄλλον ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος σὲ ἀδικεῖ εἶναι πολὺ χειρότερον.

Ἀπὸ ἐμᾶς ἠδικήθης; Διατὶ λυπεῖς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν σὲ ἠδίκησεν; αὐτὸ εἶναι δεῖγμα μεγίστης παραφροσύνης. Δὲν θὰ τὸ εἰπῶ εἰρωνευόμενος αὐτὸ τὸ ὅποιον πρόκειται νὰ εἴπω, οὔτε τυχαίως, ἀλλ’ ὅπως τὸ σκέπτομαι καὶ ὅπως τὸ αἰσθάνομαι. Διὰ τὸν καθένα ἀπὸ σᾶς οἱ ὁποῖοι θλίβεσθε ἀπὸ ἐμένα καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς λύπης βλάπτετε τοὺς ἑαυτούς σας καὶ πορεύεσθε ἀλλοῦ, θὰ ἤθελον νὰ πληγώσω τὸ πρόσωπόν μου ἢ καὶ νὰ ἀπογυμνώσω τὸ σῶμα μου διὰ νὰ βασανισθῆ διὰ ράβδου, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως μὲ κατηγορεῖτε, καὶ εἰς ἐμένα ἂς ἐπιτρέψη τὴν ὀργὴν νὰ πέση, παρὰ νὰ τολμοῦν αὐτὰ τὰ ὁποία τολμοῦν. Ἐὰν ἠμποροῦσε νὰ γίνη αὐτό, τίποτε δὲν θὰ ἦτο, τὸ νὰ πάσχη τέτοια ἕνας μηδαμινὸς καὶ ἀνάξιος λόγου ἄνθρωπος. Ἄλλωστε θὰ ἠμποροῦσα νὰ παρακαλέσω ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἠδικήθην καὶ ἐξυβρίσθην, τὸν Θεόν, καὶ θὰ συνεχώρει τὰς ἁμαρτίας σας, ὄχι διότι εἰσακούομαι τόσον πολὺ ὡς νὰ εἶμαι ἅγιος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἠδικημένος, ὅταν παρακαλῆ ὑπὲρ ἐκείνου ὁ ὁποῖος τὸν ἠδίκησεν, εἰσακούεται πολύ. «Ἂν ἁμαρτήση ἄνθρωπος ἐναντίον ἀνθρώπου», λέγει, «ὁ Θεὸς θὰ δεχθῆ μεσιτείαν δὶ’ αὐτόν». Ἐὰν δὲ δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὸ κάνω ἐγώ, θὰ ἠμποροῦσα νὰ ζητήσω καὶ νὰ παρακαλέσω ἁγίους ἀνθρώπους καὶ θὰ τὸ ἔκαμνον. Τώρα ὅμως ποῖον νὰ παρακαλέσωμεν, ἀφοῦ ὑβρίζομεν τὸν Θεόν;

Πρόσεχε ἀνωμαλίαν. Διότι ἀπὸ ὅσους ἀνήκουν εἰς αὐτὴν τὴν ἐκκλησίαν, ἄλλοι μὲν οὐδέποτε προσέρχονται ἢ μίαν φορὰν κατ’ ἔτος, καὶ τότε ὅπως τύχη, ἄλλοι δὲ τακτικώτερον μέν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ὅπως τύχη, ὁμιλοῦντες καὶ ἀστειευόμενοι διὰ τὸ τίποτε, ἄλλοι δέ, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ὅτι δῆθεν ἐνδιαφέρονται, αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν αὐτὴν τὴν συμφοράν. Ἐὰν λοιπὸν ἐνδιαφέρεσθε καὶ φροντίζετε δὶ’ αὐτά, καλύτερον νὰ ταχθῆτε καὶ σεῖς μαζὶ μὲ τοὺς ἀδιαφόρους, μᾶλλον δὲ τὸ καλύτερον εἶναι οὔτε ἐκεῖνοι νὰ εἶναι ἀμελεῖς, οὔτε σεῖς τέτοιοι, δὲν λέγω δὶ’ ἐσᾶς ποὺ παρευρίσκεσθε ἐδῶ, ἀλλὰ δὶ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποσκιρτοῦν. Μοιχεία εἶναι αὐτὸ τὸ πράγμα. Ἐὰν δὲ δὲν ἀνέχεσαι νὰ ἀκοῦς αὐτὰ δὶ’ ἐκείνους, λοιπὸν νὰ μὴ ἀνέχεσαι οὔτε δὶ’ ἐμᾶς, διότι τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο κατ’ ἀνάγκην γίνεται παρανόμως. Ἂν μὲν λοιπὸν ὑποπτεύεσθε αὐτὰ δὶ’ ἐμέ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραχωρήσω τὸ ἀξίωμα εἰς ὅποιον θέλετε, μόνον ἡ ἐκκλησία νὰ εἶναι μία, ἐὰν δὲ ἐγὼ ἔγινα νομίμως, πείθετε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀναβῆ παρανόμως εἰς τὸν θρόνον νὰ ἀποθέσουν ὅ,τι δὲν τοὺς ἀνήκει.

Αὐτὰ τὰ εἶπον, ὄχι ὡς προστάσσων, ἀλλὰ διὰ νὰ στερεώσω καὶ νὰ διαφυλάξω ἐσᾶς. Ἐπειδὴ ὁ καθένας ἔχει ἡλικίαν καὶ εὐθύνεται διὰ τὰς πράξεις του, παρακαλῶ νὰ μὴ νομίζετε ἀνευθύνους τούς ἑαυτούς σας, ρίπτοντες τὸ πᾶν εἰς ἐμᾶς, διὰ νὰ μὴ καταστρέφετε τοὺς ἑαυτοὺς σας αὐταπατώμενοι εἰς μάτην. Διότι θὰ δώσωμεν λόγον διὰ τὰς ψυχᾶς σας, ἀλλ’ ὅταν ἐμεῖς δὲν τὰς ἐπιμελούμεθα πλήρως, ὅταν δὲν παρακαλέσωμεν, ὅταν δὲν νουθετήσωμεν, ὅταν δὲν ἰκετεύσωμεν. Μετὰ δὲ ἀπὸ αὐτά, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, «εἶμαι ἀθῶος ἀπὸ τὸ αἷμα ὅλων σας», και,«ὁ Θεὸς θὰ σώση τὴν ψυχήν μου».

Εἴπατε ὅ,τι θέλετε καὶ ἀναφέρατε δικαιολογημένην αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀποχωρήσει, καὶ θὰ ἀπολογηθῶ. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε τίποτε νὰ εἴπητε. Διὰ τοῦτο καὶ παρακαλῶ ἔστω καὶ σᾶς νὰ σταθῆτε μὲ γενναιότητα καὶ νὰ ἐπαναφέρετε ὅσους ἐπλανήθησαν καὶ ἀπεχώρησαν, διὰ νὰ ἀναπέμψωμεν μαζὶ εὐχαριστίαν εἰς τὸν Θεόν, διότι εἰς αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(ἐκδόσεις ΕΠΕ, τόμος 20, σέλ. 705-715)
 
https://www.impantokratoros.gr/agioannis-chys-sxisma.el.aspx

Monday, April 30, 2018

Όχι παιδί μου. Πώς το πήρατε έτσι; ( Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός )

Συζήτηση με τόν Γ. Ιωσήφ τόν Βατοπαιδινό

Ερ: Γιατί το δρόμο της θυσίας δεν τον κάνουμε μόνοι μας, ενώ ο Χριστός τον έκανε μόνος του;

Γέροντας: Εκείνος τον έκανε μόνος του, επειδή ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο σεσαρκωμένος Λόγος του Θεού. Αυτός που βλέπαμε εμείς, ήταν ο άνθρωπος Ιησούς. Αλλά ο άνθρωπος Ιησούς είχε μέσα και τον Λόγο, και τον Θεό Ιησού.
Όντας μαζί Θεός και άνθρωπος, είχε ενδημούσα τη θεία Χάρη. Συμπαρίστατο, συνεβάδιζε η θεία Χάρη μαζί του. Αυτός, ο οποίος είναι η αυτοζωΐα, είναι δικός μας, είναι η κεφαλή του σώματός μας. Γιατί αυτόν τον φοράμε. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Τον «ενεδύθημεν» με το βάπτισμα και τον φοράμε μέσα μας με την μετοχή των μυστηρίων κάθε μέρα.
Είναι «σύναιμος και σύσσωμος» μαζί μας. Δεν είναι κάπου μακρυά και να τον επικαλεσθούμε για να ξεκινήσει να έρθει. Είναι ήδη μέσα μας. Επικαλούμενοι τη συμπαράσταση της Χάριτός του «πάντα ισχύομεν εν τω ενδυναμούντι ημάς Χριστώ», όπως λέει ο Παύλος.
Είπα όμως ότι βάση θα είναι αυτή.
Όταν η βάση θα είναι αυτή και στις δύσκολες στιγμές θα προσπαθήσει ο σατανάς να σας απειλήσει. Να μην χάνετε το θάρρος σας, δεν πρόκειται να γίνει τίποτε από όσα σας απειλεί. « Μείζων ει ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμῳ».

Ερ: Ο Υιός προσεφέρθει ως λύτρον για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Σε ποιόν όμως; Ο Πατέρας, δεν το θέλει αυτό, γιατί αγαπά τον Υιό. Σε ποιόν προσφέρθηκε;

Γέροντας: Όχι παιδί μου. Πώς το πήρατε έτσι; Δεν προσφέρθηκε σαν λύτρον, ούτε υπάρχει διαφορά μεταξύ Πατρός και Υιού. Διαφορά θελήσεων δηλαδή μεταξύ των προσώπων τις Αγίας Τριάδος. Ὅ,τι θέλει ο Πατέρας, θέλει και ο Υιός. Αν και είναι αυτοτελή πρόσωπα δεν υπάρχει διαφορά θελήσεων και γνωμών.
Η φύσις είναι μία αλλά τα πρόσωπα είναι τρία, αυτοτελή. Είναι όμως ομόγνωμα. «Τη ευδοκία του Πατρός, τη κενώσει του Λόγου και τη συνεργείᾳ του Αγίου Πνεύματος» έγινε η σωτηρία του ανθρώπου.
Ο Λόγος του Θεού δεν εξυπηρέτησε κάποιον, αλλά από παναγάπη κινούμενος έγινε αναδημιουργός, αφού ήταν και ο δημιουργός. Και ένας λόγος παραπάνω. Επειδή επρόκειτο ο Λόγος του Θεού να λάβει και δευτέραν φύσιν για να μη μετακινηθεί η ιδιότητα των τριών προσώπων, ο Πατήρ να μένει πάντοτε Πατήρ και ο Υιός να μένει πάντοτε Υιός και το Άγιο Πνεύμα να μένει πάντοτε Παράκλητος, έπρεπε αυτό το πρόσωπο να σαρκωθεί που ήταν Υιός Θεού και να γίνει και Υιός ανθρώπου.
Όχι ότι έκανε υπακοή και δόθηκε λύτρον. Αυτά τα παραδέχονται οι Προτεστάντες και οι Καθολικοί. Εξ αγάπης κινούμενος και μόνον εξ αγάπης. Όπως εξ αγάπης κινούμενος δημιούργησε τα πάντα, για να μεταδώσει την αγάπη στα κτίσματά του, και όχι από αναγκαιότητα, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες.
Ο Λόγος του Θεού είναι το μέσον διά του οποίου κατασκευάσθηκε η κτίση. Αυτός λοιπόν ο Λόγος «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», που όρισε ο Βασιλεύς των αιώνων, ήλθε «κενώσας εαυτόν» χωρίς να έχει καμία προσταγή, ούτε να γίνεται θυσία, εξ αγάπης και μόνον κινούμενος. Σ’ αυτήν την αγάπη συμμετέσχε και ο Πατέρας και το Πνεύμα το Άγιο. «Ο Πατήρ ευδόκησεν ο Λόγος σαρξ εγένετο».
Ο Λόγος του Θεού υπήρχε πάντοτε εις τους κόλπους του Πατρός. Περιγράφοντες τον Θεό Πατέρα ως νουν, είχε πάντοτε τον Λόγο. Δεν υπήρχε νους χωρίς Λόγο ποτέ. Ο Λόγος υπήρχε πάντοτε, ταυτοχρόνως, αϊδίως. Ευρίσκετο μέσα στην απέραντη ηρεμία της θεοπρεπούς μεγαλοσύνης.
Όταν θέλησε ο Θεός να δημιουργήσει τα κτίσματα, μοχλός της δημιουργίας ήταν ο Λόγος. «Είπε και εγεννήθησαν». Ταυτοχρόνως φάνηκε μαζί με τα κτίσματα και ο Λόγος που ήταν αφανής μέχρι τότε. «Πάντα δι’ αυτού εγένετο», λέει ο Ιωάννης, και «χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν».
Όταν ήλθε ο καιρός που έπρεπε να επαναφέρει σε ισορροπία την επαναστατημένη κτίση, αυτός ο Λόγος παρουσιάσθηκε και «εκένωσεν εαυτόν». Τί σημαίνει «εκένωσεν»; Μίκρυνε, για να μπορέσει να πλησιάσει την κτίση, όπως λέει σε έναν ωραίο λόγο του ο Αββᾶς Ισαάκ. Ταπεινώθηκε και μίκρυνε ώστε να μην αφανισθεί η κτίση από την παρουσία του και για να μπορέσει να συνομιλήσει με αυτήν.
Το βαθύτερο είναι το εξής. Για να πάρει πάνω του την κτίση ώστε να της μεταφέρει αγιασμό υποστατικό. Μέσω της ανθρώπινης φύσεως φόρεσε τον κτιστό κόσμο και μετέφερε όλες τις θεοπρεπείς ενέργειες της Χάριτός του, ώστε έτσι να αγιάσει υποστατικά την κτίση. Όχι εξ ανάγκης. Άρα δεν είναι θύμα.

Ερχόμαστε τώρα σε άλλη θεωρία. Στο Ευαγγέλιο αναφέρεται ότι όταν επέστρεψαν από την αποστολή του κηρύγματος οι ενδομήκοντα μαθητές μετά χαράς έλεγαν στον Κύριό μας. «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματι σου». Τότε ο Κύριος λέει. «Είδον τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα».
Φυσικά εμείς θα το μεταμορφώσομε αυτό. Δεν έπρεπε έτσι να λεχθεί. Αλλά «ο πράος και ταπεινός τη καρδίᾳ» Ιησούς μας, πάντοτε απέφευγε τις επιδείξεις. Αυτός μπορούσε να πει ότι αυτόν τον οποίον τώρα εσείς λέτε ότι υποτάσσεται εν τω ονόματι μου είναι αυτός, τον οποίον εγώ γκρέμισα από τον ουρανό, και ήμουν παρών, όταν έπεφτε σαν αστραπή. Η λέξη «εγώ» αποφευγόταν από τον Κύριό μας.

Μπαίνομε στο βαθύτερο θεολογικό νόημα και ερμηνεύομε στο πως έγινε η πτώση. Η πτώση, λέει ο Κύριός μας, έγινε σαν αστραπή. Σε χρόνο αστραπής. Τα δισεκατομμύρια των πεπτωκότων αγγέλων σε χρόνο αστραπής έπαθαν δύο μεταμορφώσεις.
Πρώτα, αφήρεσε ο Θεός από πάνω τους το φωτισμό, την αξιοπρέπεια και την τελειότητα που είχαν. Και ταυτόχρονα τους μετέβαλε και τη μορφή. Όπως αναφέρουν οι Πατέρες, το τάγμα του εωσφόρου ήταν το ωραιότερο. Σε χρόνο αστραπής τους γκρέμισε, τους πήρε τον αγιασμό, το φως, και τους μετέβαλε τη μορφή.

Ερχόμαστε στη δεύτερη μορφή της αποκαλύψεως. Όπως λέει ο Κύριός μας προσδοκούμε «ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Πώς περιγράφεται στην Εκκλησία μας το ζήτημα της παλιγγενεσίας, της δευτέρας παρουσίας;
Δεν λέει «ως αστραπή εισέρχεται από ανατολών και φαίνεται μέχρι δυσμών», θα γίνει η παρουσία του Λόγου του Θεού; Και σ’ αυτό το χρονικό διάστημα θα αναστηθούν όλοι οι άνθρωποι και θα παρασταθούν ενώπιον του;

Ένας σοβαρός άνθρωπος δεν επιτρέπεται να παραδέχεται τη θεωρία του καθενός. Εμείς ενδείξεις δεν θέλομε, αποδείξεις θέλομε. Εμείς πιστεύομε σε Θεό συγκεκριμένο, όχι αφηρημένο, με την κένωση του οποίου είμεθα υποστατικά ενωμένοι μαζί του. Και ιδού ο αγιασμός. Άλλωστε μη ξεχνάτε ότι υπάρχει ο σατανάς, ο οποίος πολεμά.
Δεν είδατε στις ημέρες των Αποστόλων την παιδίσκη «την έχουσαν πνεύμα πύθωνος», η οποία συνεχώς εμαντεύετο, επρόλεγε.
Πώς προλέγει ο σατανάς; Ο σατανάς ως υπερφυσικό φαινόμενο υπάρχει και έχει υπερφυσικές ικανότητες και λόγω της λεπτότητας της φύσεώς του και της κινήσεως που έχει. Διότι κινείται όπως ο νους.
Σκεφθείτε την κίνηση του νου μας, πώς είναι. Αυτήν την ώρα είσαι εδώ, μετά σκέφτεσαι την Νέα Υόρκη, σκέφτεσαι το Λονδίνο, σκέφτεσαι την πατρίδα. Σε πόσα κλάσματα δευτερολέπτου γίνεται αυτή η κίνηση; Έτσι κινούνται οι Άγγελοι και οι δαίμονες. Οι άνθρωποι και οι Άγγελοι βλέπουν κατά μετοχήν της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, όπως βλέπει ο Θεός.
Όχι τα πάντα, αλλά όσο τους επιτρέψει να βλέπουν. Μόνον αυτοί όμως. Οι δαίμονες ως πνεύματα που είναι «εικάζουν». Από την μακροχρόνια παράταση της ζωής τους έχουν αποκτήσει πολλές εμπειρίες. Βλέπουν π.χ. κάποιον που ξεκίνησε από το Λονδίνο να έλθει εδώ. Εάν εμείς είμαστε γνωστοί μπορούσα να έβλεπα στον ύπνο μου όνειρο ότι έρχεται εδώ. Θα μου το έδειχναν αυτοί.
Αφού τον βλέπουν που ετοιμάζει τις βαλίτσες του, το διαβατήριό του. Ακαριαίως αυτοί κινούνται. Ύστερα υπάρχουν και άλλα σύμβολα μέσα στην κτίση που τους βοηθούν αυτούς. Είναι τα εξής. Όπως εδώ στην κοινωνία υπάρχει η αστυνομία, ο στρατός, οι διάφορες αρχές και υπάρχει τάξη, και βλέπομε και καταλαβαίνομε π.χ. από τα διακριτικά σημεία ποιός ανήκει στο ναυτικό, στην αεροπορία κλπ. έτσι και οι δαίμονες βλέπουν ποιοί είναι καθορισμένοι για σωτηρία.
Λέει ο Παύλος ότι «ο Θεός ο προορίσας ημάς από καταβολής κόσμου», άρα αυτοί που είναι για σωτηρία έχουν πάνω τους σύμβολα από τη Χάρη του Θεού και αυτά τα βλέπουν οι δαίμονες ως πνεύματα και καταλαβαίνουν.
Στο βίο του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος βλέπουμε ότι όταν μαρτυρούσε ο Άγιος και τους μάστιζε, φώναζαν οι δαίμονες. «Δεν τον ξέραμε αυτόν ότι θα μας κάψει; Από τη γέννησή του, δεν είδαμε ότι θα γινόταν τέτοιος;». Από τη γέννησή του είχε σύμβολα πάνω του και ήξεραν από τότε ότι θα γίνει άνθρωπος του Θεού.
Απ’ αυτή την άποψη, όχι από προφητεία. Δεν έχουν προφητεία αυτοί, γιατί έχασαν την χάρη και είναι σκοτισμένοι και ζοφεροί. Αλλά από την λεπτότητα της κινήσεώς τους, την εμπειρία τους και από το πλησίασμα στους αγγέλους, που αναμειγνύονται μαζί τους καταλαβαίνουν. Όλη η κτίση συντηρείται από τους αγγέλους.
Κατά προσταγήν Θεού οι άγγελοι κρατούν την κτίση σε αρμονία. Αυτούς τους αγγέλους τους βλέπουν οι δαίμονες και συμπεραίνουν. Θα γίνει εδώ μία θεομηνία ή ένας σεισμός. Διατάζει ο Θεός τους φύλακες αγγέλους να φύγουν. Τότε οι δαίμονες βλέπουν, ότι κάτι θα γίνει εδώ. Ξέρουν από προηγούμενα.
Μέσω των μαντείων, των μαγισσών και των μέντιουμ λένε και αυτοί. Τις περισσότερες φορές τα λένε συγκεχυμένα και άλλες διαψεύδονται. Διότι αλλάζει η απόφαση. Αποφασίζει ο Θεός να καταστρέψει αυτό το μέρος.
Τότε είτε αυτοί που είναι ζωντανοί και είναι εδώ, αρχίζουν να προσεύχονται είτε αυτοί που έχουν πεθάνει και έχουν παρρησία προσεύχονται και αλλάζει το σχέδιό του ο Θεός. Οι δαίμονες είδαν και είπαν οι μάγισσες ότι θα καταστραφεί, αλλά δεν καταστράφηκε. Διότι άλλαξαν οι άνθρωποι τη γνώμη, άλλαξε και ο Θεός την απόφαση.
Στην Νινευί δεν είπε; Γι’ αυτό δεν ήθελε να πάει ο Ιωνάς να κηρύξει. Ήξερε ότι θα μετανοήσουν αυτοί, θα μετανοήσει ο Θεός και αυτός θα φαινόταν ψεύτης. Γι’ αυτό έφυγε και ο Θεός τον πήρε με το ζόρι.

Ερ: Αυτή η προαίσθηση ότι θα ερχόταν κάποιος δεν εξηγείται με την τηλεπάθεια;

Γέροντας: Τηλεπάθεια δεν υπάρχει. Είναι αυτά που είπαμε. Είτε υπάρχει η Χάρη του Θεού ή η πλάνη των δαιμόνων. Όταν ο άνθρωπος αρχίσει να ζει χριστιανικά, αφού βγει από το περιθώριο της παρά φύσιν ζωής, της αμαρτωλής, αρχίσει να ζει φυσιολογικά. Από τα φυσιολογικά ανεβαίνει στα υπέρ φύσιν προς τον αγιασμό.
Τότε αρχίζει μέσα του να ξυπνά η διαίσθηση, που είναι χάρισμα, που είχε πριν από την πτώση. Μετά από την διαίσθηση, ακολουθεί η διόραση. Τη διόραση ακολουθεί η προόραση. Μετά γίνεται προφητεία αυξανομένης της χάριτος.
Σ’ αυτές τις καταστάσεις όταν βρίσκεται ένας ευλαβής άνθρωπος με διαίσθηση, διόραση, προόραση και προφητεία θα τα δει αυτά, αν θα τα δει. Μόνον έτσι. Αλλοιώς είναι τσαρλατάνικα.
Τί σημαίνει τηλεπάθεια; Ο άνθρωπος ο «πεπτωκώς» είναι πεπτωκώς. Ο αμαρτωλός άνθρωπος είναι στερημένος πάντων. Δεν του μένει τίποτε. Αυτό πού λέτε για μεταβίβαση σκέψεως από άνθρωπο σε άνθρωπο γίνεται μόνο με την ενέργεια του σατανά.

Ερ: Τό βλέπουμε σε επιστημονικά βιβλία!

Γεροντας: Η μαγεία ήταν επιστημονικός όρος. Η Αγία Αικατερίνη ήταν κάτοχος της μαγείας και πόσοι άλλοι Πατέρες, πριν να μπουν μέσα στη Χάρη του Θεού.

Ερ: Κάτι πρακτικότερο θα ρωτούσα, που πολλές φορές το ρωτούν τα παιδιά. Λέει ο Απ. Παύλος ότι ο άνδρας και η γυναίκα είναι ίσοι απέναντι του Θεού. Γιατί δεν επιτρέπεται η ιεροσύνη στη γυναίκα; Ενώ η γυναίκα έγινε Θεομήτωρ.

Γέροντας: Η Θεομήτωρ κατ’ εξαίρεση μία ήταν. Εξελέγει για να εξυπηρετήσει την «κένωσιν» του Θεού Λόγου. Αυτό είναι ανεπανάληπτο. Την αιτία της πτώσεως την δημιούργησε η γυναίκα. Απεδείχθη ότι ήταν το ασθενέστερο μέρος.
Ως το ασθενέστερο μέρος δεν είχε ποτέ εμπιστοσύνη να εκπροσωπήσει αυθεντικά. Απόδειξη ότι ήταν η αιτία της πτώσεως αυτή. Εάν εξελέγει μία κόρη να εξυπηρετήσει στην οικονομία αυτήν ήταν κατ’ εξαίρεση η μία, γιατί δεν μπορούσε να γίνει αλλοιώς.
Έπρεπε και αυτός να γίνει άνθρωπος και έπρεπε να γεννηθεί από φυσικούς όρους. Έπρεπε να βρεθεί κάποια κόρη που θα το κάνει αυτό. Βέβαια στον αγιασμό μπαίνουν και οι γυναίκες. Στην πραγματικότητα ο Θεός δεν δημιούργησε γυναίκα, άνδρα δημιούργησε. Προέβλεπε την πτώση και δημιούργησε τη γυναίκα για βοηθό. Βοηθό στην περίσταση της μεταπτωτικής καταστάσεως.
Στο μέλλον καταργείται πάλιν η γυναικεία φύση. Επανέρχεται στην πρώτη δημιουργία «ότι άνδρα κατασκεύασε ο Θεός». Επομένως δεν μπαίνει εδώ μέσα σαν ολοκληρωμένη προσωπικότης. Αν και της εδόθη προσωπικότης χάριν της μητρότητος. Δεν της εδόθη δικαίωμα να εξυπηρετήσει τις θείες οικονομίες, και για τους φυσικούς λόγους που ξέρετε. Για την αδυναμία να βρίσκεται σε μία κατάσταση καθαρότητος και για την ανθρώπινη αρρώστια.
Στην αρχή η Εκκλησία επέτρεπε το θέμα του ασπασμού εξ ίσου. Δεν πέρασε πολύς καιρός και άρχισαν τα σκάνδαλα και τα πάθη. Δεν μπορούν, λόγω της αδυναμίας του ανθρώπου, να συνεργαστούν αυτά τα δύο φύλα απαθώς.
Και επειδή υπάρχει ο κίνδυνος η Εκκλησία, «μη έχουσα σπίλον ή ρυτίδα», δεν καταδέχεται τέτοια πράγματα. Σεβασμό μεν έδωσε στη γυναίκα η Εκκλησία γι’ αυτό την ύψωσε περισσότερο από κάθε άλλη ανθρωπιστική θεωρία και ιδεολογία. Μόνο η Εκκλησία θεώρησε ισότιμη τη γυναίκα με τον άνδρα. Ναι μεν στην ιεροσύνη δεν της επετράπει να μπει, στον αγιασμό όμως μπαίνει.

Όπως φαίνεται η γυναίκα στην αρχή της δημιουργίας δεν μπήκε στο νόημα γι’ αυτό και στο μέλλον δεν υπάρχει. Όταν ρώτησαν τον Κύριό μας, επειδή πίστευαν ότι το θέμα του γάμου ήταν απόλυτος προορισμός του ανθρώπου, στο μέλλον τί θα γίνει, τους είπε «πλανάσθε, μη ειδότες τας γραφάς.
Δεν υπάρχουν τέτοια στην αιωνιότητα». Και το φύλο, αν και υπάρχει από την αρχή της δημιουργίας, εν τούτοις δεν λειτουργεί πάντοτε. Ένα κοριτσάκι μόλις γεννηθεί είναι δυνάμει γυναίκα, ενεργεία όμως δεν είναι.
Πρέπει να γίνει δεκαπέντε ετών για να γίνει ενεργεία. Και όταν περάσει τα πενήντα και πάλι δεν μπορεί να είναι γυναίκα. Διότι εξυπηρετεί τη μητρότητα για μία μόνο περίοδο. Αυτές είναι περιστασιακές καταστάσεις που δημιούργησε η πτώση. Γι’ αυτό και στο μέλλον δεν υπάρχει «άρσεν και θήλυ».
Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα μετά τον αγιασμό. Πριν τον αγιασμό υπάρχει. Πολλοί Πατέρες λένε ότι θα υπάρχει μόνον η Κυρία Θεοτόκος στη μορφή της πρώτης Εύας, της απαθούς πρώτης Εύας, διότι εθεώθη που κατοίκησε μέσα της ο Λόγος του Θεού. Πώς θα γίνουν αυτά, είναι άγνωστο.


(Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση τον Ιούλιο του 1987)

Wednesday, April 25, 2018

Ο λόγος του Θεού δημιουργεί, ο λόγος του Θεού φωτίζει, ο λόγος του Θεού αφυπνίζει. ( Επίσκοπος Αυγουστίνος Kαντιωτης )


«Και ελάλει αυτοίς τον λόγον» (Μαρκ. 2,2)

Ακούσατε, αγαπητοί μου, το ιερό και άγιο ευαγγέλιο. Διηγείται, πως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θεράπευσε ένα παραλυτικό. Αλλ’ εκτός από το θαύμα αυτό, τα άλλα θαύματα που αναφέρει το Ευαγγέλιο, και όσα έκαναν και κάνουν η Υπεραγία Θεοτόκος και οι άγιοι, υπάρχουν κι άλλα θαύματα, θαύματα αόρατα. Και εκείνα είναι πολύ ανώτερα. Ποια είν’ αυτά;

Αόρατα θαύματα. Όταν ακούγεται κήρυγμα και κάποια εσωτερική αλλοίωση συντελείται σε μια καρδιά, αυτό δεν είναι ένα αόρατο θαύμα, που γίνεται δια της ενεργείας του αγίου Πνεύματος; Ή όταν ο αμαρτωλός πηγαίνει στον πνευματικό και εξομολογείται τα αμαρτήματά του ειλικρινώς, κι ανοίγουν οι ουρανοί κι ακούγεται η φωνή «Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου»; (Μαρκ. 2,5· βλ. και Ματθ. 9,2), δεν είναι κι αυτό ένα αόρατο θαύμα; Ή, ακόμη μεγαλύτερο, όταν την ώρα της θείας λειτουργίας ακούμε «Τα σα εκ των σων…», και πάνω στην αγία τράπεζα το ψωμί γίνεται σώμα και το κρασί γίνεται αίμα του Χριστού μας, δεν είναι αυτό ένα αόρατο θαύμα; Ώστε λοιπόν εκτός από τα ορατά, που είναι λίγα, υπάρχουν κι άλλα πολλά αόρατα θαύματα.

Δεν θα σας μιλήσω για το ορατό θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού. Θα σας πω για το αόρατο εκείνο θαύμα που συντελείται μέσα στις καρδιές από την ακρόαση του θείου λόγου. Άλλωστε το ευαγγέλιο μας δίνει αφορμή και γι᾽ αυτό. Διότι πού έκανε το ορατό θαύμα ο Κύριός μας; Μέσα στο σπίτι. Και τι έκανε εκεί πριν κάνη το θαύμα; Ο ευαγγελιστής Μάρκος λέει· «Και ελάλει αυτοίς τον λόγον» (Μαρκ. 2,2), εκήρυττε το λόγο του Θεού.

Ο λόγος του Κυρίου μας, αδελφοί μου, δεν είναι όπως ο λόγος των φιλοσόφων, των ρητόρων, των κοσμικών ανθρώπων. Ο λόγος του Κυρίου έχει χάρη και έλξη, προκαλεί θείο ρίγος, παλμό αιωνιότητος. Είναι μαγνήτης. Απόδειξις ότι, μόλις ο λαός της Καπερναούμ άκουσε ότι ο Χριστός είναι σε κάποιο σπίτι, αμέσως συγκεντρώθηκαν εκεί πλήθη. Διψούσαν για την αλήθεια. Και γέμισε, λέει, το σπίτι μέχρι και το προαύλιο. Βελόνα να έριχνες, δεν έπεφτε κάτω. Όλοι κρέμονταν από τα χείλη του Θεανθρώπου.

«Και ελάλει αυτοίς τον λόγον». Ο Χριστός είχε τη διδασκαλία ως κύριο έργο. Από την ώρα που εξήλθε στον δημόσιο βίο μέχρι τέλους το κήρυγμα ήταν η κυρία αποστολή του.

«Και ελάλει αυτοίς τον λόγον». Μιλούσε στα σπίτια, όπως βλέπουμε σήμερα. Μιλούσε στα προπύλαια του ναού του Σολομώντος, στις πλατείες και τους δρόμους, στην έρημο, στα ακρογιάλια. Μίλησε κάποτε και παρά το φρέαρ Συχαρ με την αμαρτωλή Σαμαρείτιδα. Ο Χριστός μιλούσε παντού. Κάθε τόπος που στεκόταν, γινόταν βήμα και άμβωνας. Κι αυτός ακόμη ο σταυρός, όπου τον ύψωσαν, έγινε παγκόσμιος άμβωνας, κι από ‘κει είπε τους επτά εκείνους λόγους του σταυρού, που έχουν βάθος ανεξιχνίαστο.

«Και ελάλει αυτοίς τον λόγον». Όχι δε μόνο ο ίδιος, αλλά και στους μαθητάς του ως κυρία αποστολή όρισε το κήρυγμα. Τι τους είπε· «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μαρκ. 16,15), «διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. 28,20). Αυτή ήταν η αποστολή τους, και την εξετέλεσαν.

Αλλά και οι διδάσκαλοι και πατέρες της Εκκλησίας κύριο έργο είχαν τον θείο λόγο. Δεν δίδασκαν μόνο τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές· δίδασκαν καθημερινώς. Ο Μέγας Βασίλειος δίδασκε δύο φορές την ημέρα, το πρωί και το βράδυ, όταν ερμήνευε την Εξαήμερο. Και ο άγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης ο Παλαμάς, που εορτάζουμε σήμερα, ήταν φίλος του κηρύγματος και της διδασκαλίας.

Γιατί, θα πείτε, ο Χριστός και η Εκκλησία αποδίδουν τόση σημασία στο λόγο του Θεού;

Απαντά το πρώτο (Α΄) κεφάλαιο της αγίας Γραφής, η αρχή του βιβλίου της Γενέσεως. Εκεί βλέπουμε, ότι ο λόγος του Θεού δημιουργεί. Όλη η δημιουργία έγινε δι’ αυτού. «Αυτός είπε, και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο, και εκτίσθησαν» (Ψαλμ. 148,5). «Γενηθήτω φως· και εγένετο φως» (Γέν. 1,3). Και αυτός ο άνθρωπος, η κορυφή της δημιουργίας, βγήκε από το θείο εργαστήριο δια του λόγου του Θεού· «Ποιήσωμεν άνθρωπον…» (έ.α. 1,26). «Αρχή μοι και υπόστασις το πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα…» (Νεκρ. ακολ.)· αρχή της δημιουργίας μου, λέει, έγινε το πρόσταγμά σου, ο λόγος σου. Αυτός είπε, και γεννηθήκαμε· αυτός θα πει, και θα πεθάνουμε.

Ο λόγος του Θεού θεραπεύει. Στο σημερινό ευαγγέλιο ο παράλυτος θεραπεύθηκε όχι με φάρμακα, δίαιτες, κλινικές κ.λπ., αλλά με το λόγο του Θεού· «Έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκόν σου» (Μαρκ. 2,11). Για φανταστείτε· όπως γυρίζεις το διακόπτη κι ανάβεις φως, με τόση κι ακόμη μεγαλύτερη ευκολία ο Χριστός είπε και θεραπεύθηκε.

Με το λόγο του Θεού λοιπόν γίνονται τα πάντα. Ο λόγος του Θεού δημιουργεί, ο λόγος του Θεού φωτίζει. Απόδειξις, ότι άνθρωποι που είχαν άγνοια και ζούσαν στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας, μόλις άκουσαν το λόγο του Θεού, υπέστησαν μια υπερφυσική αλλοίωση. Το μυαλό τους φωτίστηκε, η καρδιά τους θερμάνθηκε, η θέληση τους γαλβανίστηκε. Μετεβλήθησαν ριζικώς. Ήταν λύκοι κ’ έγιναν αρνιά, ήταν κοράκια κ’ έγιναν περιστέρια, ήταν κάρβουνα κ’ έγιναν διαμάντια. Δεν είναι λόγια αυτά. Διαβάστε τους βίους των αγίων, να το δείτε. Ο λόγος του Θεού είναι φως. «…Διότι φως τα προστάγματά σου επί της γης», λέει ο προφήτης Ησαΐας (Ἠσ. 26,9).

Ο λόγος του Θεού δημιουργεί, ο λόγος του Θεού φωτίζει, ο λόγος του Θεού αφυπνίζει. Όπως στο σπίτι βάζεις ξυπνητήρι και ξυπνάς, όσο βαθειά κι αν κοιμάσαι, γιατί έχεις εργασία, και όπως στο στρατό η σάλπιγγα σημαίνει εγερτήριο, έτσι μέσα στην Εκκλησία ξυπνητήρι και σάλπιγγα είναι ο λόγος του Θεού. Ο λόγος του Θεού κρατεί σε εγρήγορση και οπλίζει με τη ρομφαία του πνεύματος τους μαχητάς της Εκκλησίας -όπως ήταν οι πατέρες-, για να καταδιώξουν τις αιρέσεις.

Αφαιρέστε, αδελφοί μου, από την Εκκλησία το λόγο του Θεού, κατεβάστε από τον άμβωνα τους κήρυκες, και τότε τι θα συμβεί; Ότι και στο μαντρί, όταν λείψουν τα σκυλιά. Ποιμενικά σκυλιά της Εκκλησίας, που γαυγίζουν και διώχνουν τους λύκους των αιρέσεων, είναι οι κήρυκες. Αλλοίμονο στο μαντρί αν λείψουν τα σκυλιά, κι αλλοίμονο στην εκκλησία αν στερείται το λόγο του Θεού.

Ιδού τι σημασία έχει ο λόγος του Θεού. Γι’ αυτό οι ιερείς, οι επίσκοποι, οι θεολόγοι, οι ιεροκήρυκες, έχουν χρέος να κηρύττουν.

Αλλά και οι Χριστιανοί έχουν χρέος ν’ αγαπούν το λόγο του Θεού. Ο αληθινός Χριστιανός, λέει ο Μέγας Βασίλειος, πρέπει να ‘χει πολλά προσόντα. Πρέπει να ‘ναι πράος, υπομονετικός, ανδρείος και γενναίος, εύσπλαχνος και ελεήμων, φιλαλήθης, άνθρωπος αυταπαρνήσεως. Πρέπει… Δεκαπέντε πρέπει, δεκαπέντε προσόντα, αριθμεί ο Μέγας Βασίλειος σε μια θαυμάσια ομιλία για το ποιος είναι ο πραγματικός Χριστιανός. Πάνω απ’ όλα όμως, το γνώρισμα του αληθινού Χριστιανού είναι, ν’ αγαπά το λόγο του Θεού.

Δείξτε μου έναν άντρα ή μια γυναίκα, που αγαπά κι ακούει το λόγο του Θεού· γι’ αυτούς δεν αμφιβάλλω. Άνθρωπος που αρέσκεται να διαβάζει Ευαγγέλιο, που θεωρεί πνευματική απόλαυση να τρέχει στο κήρυγμα -«Ώς γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγιά σου, υπερ μέλι τω στόματί μου» (Ψαλμ. 118,103)-, αυτός δεν μπορεί παρά θα βαδίσει το δρόμο της αρετής. Όταν πάλι δείτε άνθρωπο να μην ανοίγει Ευαγγέλιο, να μη θέλει ν’ ακούσει λόγο Θεού και μόλις παρουσιάζεται ο κήρυκας του ευαγγελίου αυτός να φεύγει απο την εκκλησία, αυτός δεν αγαπάει το Θεό. Διότι όποιος αγαπάει το Θεό, αγαπάει και τα λόγια του.

Αδελφοί μου! Όταν κάποιος δεν έχει όρεξη για φαγητό, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι για ζωή, και τον κλαίει το σπίτι του. Έτσι και στα πνευματικά. Άρτος, μάννα ουράνιο, είναι ο λόγος του Θεού. Χριστιανός που δεν έχει όρεξη για λόγο Θεού, τον άρτο των αγγέλων «ώ τρέφονται ψυχαι Θεόν πεινωσαι», αυτός είναι για φέρετρο, για τον άδη, για την κόλαση.

Γι’ αυτό αγαπάτε, ακούτε και μελετάτε το λόγο του Θεού. Έτσι θα αυξάνει η Εκκλησία και θα δοξάζεται ο Χριστός μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα το άγιο, εις αιώνας αιώνων.

(†) Επίσκοπος Αυγουστίνος Kαντιωτης.